...."Θα προσέχεις"; τον ρώτησε με την φωνή της να σπάει απ' την αγωνία. "Πες μου, θα προσέχεις; θα γυρίσεις και πάλι κοντά μου γερός"; του είπε χωρίς να σηκώσει το κεφάλι της απ την στολή του, που τώρα βρίσκονταν στα χέρια της, καθώς έραβε τα χρυσά διακριτικά του λοχαγού στο πέτο.
Τα δάκτυλά της, είχαν κατατρυπηθεί, μιας και τα χέρια της έτρεμαν...σημάδι του φόβου της για την απόφαση του άντρα της να επιστέψει στο στράτευμα τώρα που όπως έλεγε η πατρίδα τον χρειαζόταν.
Ναι, τα όνειρά της για μια ήρεμη οικογενειακή ζωή διαλύθηκαν απ την στιγμή, που ο Μάρκους δήλωσε εθελοντής στο εκστρατευτικό σώμα που οργάνωνε ο στρατηγός Μακ Άφφυ με αποστολή τις αποικίες του Νέου Κόσμου....
Μήνες τώρα ακούγονταν φήμες, για τους πειρατές που περιφρονούσαν το στέμμα και σήκωναν σε εξέγερση τους άποικους, και τους βρωμερούς ιθαγενείς. Μα τι ήθελαν; να γίνουν κυβερνήτες και βασιλιάδες, αυτοί οι κουρελήδες, άπλυτοι βάρβαροι; Ανήκουστα πράγματα συμβαίνουν στον καιρό μας, σκέφτηκε και ξαναρώτησε τον άντρα της εφόσον ακόμα δεν είχε πάρει απάντηση.
"Αγάπη μου, ξέρω πως η παλιά σου ζωή σαν στρατιώτης πάντα θα σε παρακινεί να κάνεις σκέψεις και παλικαριές, μα θα μου υποσχεθείς πως δεν θα κάνεις κάτι παράτολμο που θα με αφήσει χήρα";
Σελίδες
...Σκέψεις και συναισθήματα, κέρασμα στον ταξιδιώτη...
Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013
Ο στρατιώτης...
Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2012
Captain Alexander πειρατικές ιστορίες
...Μια ψύχρα είχε απλωθεί πάνω στην ακτή, κι η παγωμένη της αγκάλη τρυπούσε τα κόκαλα σαν χιλιάδες μικρές βελόνες, κάνοντας κάθε κίνηση αδύνατη κι ανυπόφορη.
Η αυγή αργούσε ακόμη να φανεί κάνοντας την νυχτιά ατέλειωτη. Όλοι λαχταρούσαν τις φωτεινές ακτίνες του ήλιου, και το γλυκό τους χάδι να ζεστάνει την καρδιά και το κορμί. Για την ώρα είχαν λουφάξει, ο ένας πλάι στον άλλον προσπαθώντας να κλέψουν την θέρμη απ την ανάσα του διπλανού τους. Τούτες τις στιγμές αισθάνονταν όλοι τυχεροί που δεν ήσαν μόνοι και κάθε διαφωνία κι αντιπάθεια είχε ξεχαστεί. Τουναντίον, ο καθείς ήθελε να αγκαλιάσει τον δίπλα του, αφού ένιωθε ευλογημένος που χε την ευκαιρία, να κουλουριαστεί σιμά στον σύντροφό του και να προφυλαχτεί απ το κρύο ξεροβόρι.
Ο πλοίαρχος, για άλλη μια φορά έμενε ξύπνιος, ατενίζοντας την στεριά και προσμένοντας τους ναύτες που χε στείλει από χτες να βρουν τροφή. Ήταν επικίνδυνο να μένουν εκτεθειμένοι σε τούτα τα νερά, μα δεν είχε κι άλλη επιλογή, τα τρόφιμα που χαν πάρει εξ αρχής σωθήκαν, κι όσα απέμειναν είχαν σαπίσει. Τα βαρέλια είχαν μουχλιάσει στον πάτο, και το νερό ήταν γιομάτο κοψαντερίθρες. Θέριζε η δυσεντερία το ήδη ταλαιπωρημένο πλήρωμα, κι η ανάγκη για λεμόνια και πορτοκάλια ήταν επιτακτική, και φυσικά ήθελαν οπωσδήποτε φρέσκο πόσιμο νερό, για την ώρα, έπιναν. όσο πιο πολύ ρούμι μπορούσαν, μαζί με το νερό τους. Μα ξεδιψάει κανείς με το πιοτί;
Η αυγή αργούσε ακόμη να φανεί κάνοντας την νυχτιά ατέλειωτη. Όλοι λαχταρούσαν τις φωτεινές ακτίνες του ήλιου, και το γλυκό τους χάδι να ζεστάνει την καρδιά και το κορμί. Για την ώρα είχαν λουφάξει, ο ένας πλάι στον άλλον προσπαθώντας να κλέψουν την θέρμη απ την ανάσα του διπλανού τους. Τούτες τις στιγμές αισθάνονταν όλοι τυχεροί που δεν ήσαν μόνοι και κάθε διαφωνία κι αντιπάθεια είχε ξεχαστεί. Τουναντίον, ο καθείς ήθελε να αγκαλιάσει τον δίπλα του, αφού ένιωθε ευλογημένος που χε την ευκαιρία, να κουλουριαστεί σιμά στον σύντροφό του και να προφυλαχτεί απ το κρύο ξεροβόρι.
Ο πλοίαρχος, για άλλη μια φορά έμενε ξύπνιος, ατενίζοντας την στεριά και προσμένοντας τους ναύτες που χε στείλει από χτες να βρουν τροφή. Ήταν επικίνδυνο να μένουν εκτεθειμένοι σε τούτα τα νερά, μα δεν είχε κι άλλη επιλογή, τα τρόφιμα που χαν πάρει εξ αρχής σωθήκαν, κι όσα απέμειναν είχαν σαπίσει. Τα βαρέλια είχαν μουχλιάσει στον πάτο, και το νερό ήταν γιομάτο κοψαντερίθρες. Θέριζε η δυσεντερία το ήδη ταλαιπωρημένο πλήρωμα, κι η ανάγκη για λεμόνια και πορτοκάλια ήταν επιτακτική, και φυσικά ήθελαν οπωσδήποτε φρέσκο πόσιμο νερό, για την ώρα, έπιναν. όσο πιο πολύ ρούμι μπορούσαν, μαζί με το νερό τους. Μα ξεδιψάει κανείς με το πιοτί;
Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2011
Captain Constantin Alexander
...Η φωτιά, έγινε θέρμη, φως και πυκνός καπνός. Όπως ένα αλλόκοτο τέρας, πέρα απ αυτόν τον γνωστό κι υπαρκτό κόσμο, που με τα πλοκάμια του γκρεμίζει ότι συναντά στο διάβα του, γεμίζοντας τον αέρα κραυγές και φρικιαστικούς τριγμούς.!
Την επόμενη στιγμή όλα τριγύρω μεταλλάχθηκαν, μέσα απ ένα πέπλο ανομολόγητης λαμπρότητας και μεγαλείου.
Σαν αυτό το γιγάντιο τερατούργημα, άρχισε να έρπεται λάγνα πάνω στα ξύλα και τα κουρέλια π' ήταν ριγμένα δω κι εκεί.
Τα κατάμαυρα πλοκάμια του, χάιδευαν ηδονικά κάθε υλικό αντικείμενο στον χώρο. Με μάτια κατακόκκινα, που αστραποβολούσαν λάμψη σερνόταν κι αγκάλιαζε καταπίνοντας με αχόρταγο πάθος, ότι άγγιζε...
Έμοιαζε λες σαν τις παλιές, αρχέγονες Θεές Δαιμόνους, που απαιτούσαν την θυσία της καταστροφής, δίχως οίκτο και μεταμέλεια, παρά μονάχα με πάθος κι έξαρση εκδίκησης, δείγμα της ανωτερότητας τους έναντι στις ταπεινές μορφές ζωής.
Αποζητούσε την υπόκλιση στο μεγαλείο της, και την απόλυτη λατρεία στο πρόσωπό της ακόμα, και την ύστατη στιγμή, της ανάλωσης ενός θύματος της μανίας της. Και τα πάντα ανταποκρίνονταν σε αυτό.
Την επόμενη στιγμή όλα τριγύρω μεταλλάχθηκαν, μέσα απ ένα πέπλο ανομολόγητης λαμπρότητας και μεγαλείου.
Σαν αυτό το γιγάντιο τερατούργημα, άρχισε να έρπεται λάγνα πάνω στα ξύλα και τα κουρέλια π' ήταν ριγμένα δω κι εκεί.
Τα κατάμαυρα πλοκάμια του, χάιδευαν ηδονικά κάθε υλικό αντικείμενο στον χώρο. Με μάτια κατακόκκινα, που αστραποβολούσαν λάμψη σερνόταν κι αγκάλιαζε καταπίνοντας με αχόρταγο πάθος, ότι άγγιζε...
Έμοιαζε λες σαν τις παλιές, αρχέγονες Θεές Δαιμόνους, που απαιτούσαν την θυσία της καταστροφής, δίχως οίκτο και μεταμέλεια, παρά μονάχα με πάθος κι έξαρση εκδίκησης, δείγμα της ανωτερότητας τους έναντι στις ταπεινές μορφές ζωής.
Αποζητούσε την υπόκλιση στο μεγαλείο της, και την απόλυτη λατρεία στο πρόσωπό της ακόμα, και την ύστατη στιγμή, της ανάλωσης ενός θύματος της μανίας της. Και τα πάντα ανταποκρίνονταν σε αυτό.
Πέμπτη 25 Αυγούστου 2011
Πειρατικές Ιστορίες....
Το σκαρί κλυδωνιζόταν κάθε φορά που το χτυπούσε η θάλασσα. Μια τεράστια τρύπα έχασκε στην πρύμνη σαν δαγκωματιά καρχαρία, μόνο που τούτη εδώ ήταν απ' τα Σπανιόλικα κανόνια...είχε δει πολλά τέτοια στην μακρόχρονη πορεία της η Αστραπή.
Στο κατάστρωμα βασίλευε η απόλυτη αταξία καθώς κάβοι, κομμάτια απ΄τα κατάρτια και βολίδες κανονιών κυλούσαν απ την μεριά στην άλλη χτυπώντας κάθε τόσο στην βάση της κουπαστής. Βογγητά και επιθανάτιοι ρόγχοι αντηχούσαν παντού απ' τους πληγωμένους.
Μα το πλήρωμα δεν έδινε καμιά σημασία καθώς είχε μαζευτεί κάτω απ' την γέφυρα, έξω απ' την καμπίνα του καπετάνιου.
Στο κατάστρωμα βασίλευε η απόλυτη αταξία καθώς κάβοι, κομμάτια απ΄τα κατάρτια και βολίδες κανονιών κυλούσαν απ την μεριά στην άλλη χτυπώντας κάθε τόσο στην βάση της κουπαστής. Βογγητά και επιθανάτιοι ρόγχοι αντηχούσαν παντού απ' τους πληγωμένους.
Μα το πλήρωμα δεν έδινε καμιά σημασία καθώς είχε μαζευτεί κάτω απ' την γέφυρα, έξω απ' την καμπίνα του καπετάνιου.
Κυριακή 29 Μαΐου 2011
Πειρατικές ιστορίες...Captain Alexander Constantin
...Ο καπετάνιος ήταν ανήσυχος, όλη μέρα ένιωθε τον εχθρό του να τον ακολουθεί. Και το τσούρμο ήταν νευρικό,
έκαναν τις συνήθεις εργασίες στο κατάστρωμα μα ένα υπόκωφο μουρμουρητό τους συνόδευε κι έδινε ρυθμό σε ότι κάναν.
Τώρα όμως ο πλοίαρχος ήταν μόνος στο δοιάκι με μόνη συντροφιά κι οδηγό, τ' άστρα...
και το ένστικτό του...
Θέλοντας να βάλει τις σκέψεις του σε τάξη έδεσε την τιμονιέρα με το δερμάτινο κορδόνι στον σκότρο σε πορεία σταθερή.
Μηχανικά έψαξε στην τσέπη της κάπας κι έβγαλε την καπνοσακούλα του, έβγαλε και την μακριά πίπα που φύλαγε πάντα στον κόρφο, καθώς ήταν δώρο της μάνας στον κύρη του.
Το μόνο πράγμα που χε απομείνει εξόν απ το σπαθί του για να θυμίζει τον πατέρα του.
έκαναν τις συνήθεις εργασίες στο κατάστρωμα μα ένα υπόκωφο μουρμουρητό τους συνόδευε κι έδινε ρυθμό σε ότι κάναν.
Τώρα όμως ο πλοίαρχος ήταν μόνος στο δοιάκι με μόνη συντροφιά κι οδηγό, τ' άστρα...
και το ένστικτό του...
Θέλοντας να βάλει τις σκέψεις του σε τάξη έδεσε την τιμονιέρα με το δερμάτινο κορδόνι στον σκότρο σε πορεία σταθερή.
Μηχανικά έψαξε στην τσέπη της κάπας κι έβγαλε την καπνοσακούλα του, έβγαλε και την μακριά πίπα που φύλαγε πάντα στον κόρφο, καθώς ήταν δώρο της μάνας στον κύρη του.
Το μόνο πράγμα που χε απομείνει εξόν απ το σπαθί του για να θυμίζει τον πατέρα του.
Τρίτη 26 Απριλίου 2011
Captain Constantin Alexander
.... "Τι πες μωρέ;" έγρουξε ο καπετάνιος, κι ευθύς ολόρθος βρέθηκε σέρνοντας την σπάθα απ' το θηκάρι. "Να με προδώσεις σκέφτηκες να σώσεις την Ελίζα, δεν έχω εγώ ευθύνη τάχατες σε ότι έχει γίνει; άκου αδερφέ, βάλτο καλά στο νου σου, το αίμα του πατέρα μας είναι νωπό ακόμα τότε που εσύ παιδί κι εγώ στρατιώτης ακόμα, ορκιστήκαμε ποτέ να μη χωρίσουμε... τίποτε να μη μπει ανάμεσά μας"....
"Τότες που φύγαμε από το νησί σαν κλέφτες μες τη νύχτα, κι έμεινε πίσω βιός χωράφια μα και σπίτι."
"Τότες που φύγαμε από το νησί σαν κλέφτες μες τη νύχτα, κι έμεινε πίσω βιός χωράφια μα και σπίτι."
Σάββατο 16 Απριλίου 2011
Captain Alexander Constantin...
...Στην αρχή φαινόταν σαν κουκκίδα στον ορίζοντα, μα σιγά σιγά καθώς πλησίαζαν άρχισε να φαίνεται πως πρόκειται για το νησί που μήνες τώρα έψαχναν.
Όλοι στο κατάστρωμα παρακολουθούσαν τον όγκο του να μεγαλώνει και να παίρνει σχήμα. Ήταν παράξενο το θέαμα του, γιατί έμοιαζε σαν ένα αόρατο χέρι να τέντωνε ένα κομμάτι ζυμάρι δίνοντάς του μια ακαθόριστη μορφή. Όσο πλησίαζαν ολοένα και πιο πολύ έμοιαζε με καρβέλι, που λες και του χαν φάει τις δυο άκρες αφήνοντας μικρά κομμάτια από μπουκιές γύρω του. Μάλλον γιαυτό το χαν ονοματίσει οι πειρατές Νησί το καρβελιού ή Μπουκoνήσι.
Όλοι στο κατάστρωμα παρακολουθούσαν τον όγκο του να μεγαλώνει και να παίρνει σχήμα. Ήταν παράξενο το θέαμα του, γιατί έμοιαζε σαν ένα αόρατο χέρι να τέντωνε ένα κομμάτι ζυμάρι δίνοντάς του μια ακαθόριστη μορφή. Όσο πλησίαζαν ολοένα και πιο πολύ έμοιαζε με καρβέλι, που λες και του χαν φάει τις δυο άκρες αφήνοντας μικρά κομμάτια από μπουκιές γύρω του. Μάλλον γιαυτό το χαν ονοματίσει οι πειρατές Νησί το καρβελιού ή Μπουκoνήσι.
Πέμπτη 31 Μαρτίου 2011
Πειρατικες ελεγειες Captain Alexander
...Η φωνή σάμπως ανήκε στον αδερφοποιτό του ναύκληρου, μα ο καπετάνιος δεν έπαιρνε κι όρκο.
"Άιντε πάμε να πέσουμε στα πουπουλένια στρώματα, καιρό έχουμε τώρα που ξαπλάρουμε πάνω στα σκοινιά και τα σανίδια του σαπιοκάραβου"
Γέλια και σαματάς απάντησε στα λόγια του. Το τσούρμο ερχόντανε απ τα καπηλειά με κάμποσες γυναίκες να παραπατάν ζαλισμένες απ το πιοτί και να χαχανίζουν έχοντας κρεμαστεί η καθεμιά πάνω στο μπράτσο όποιου πειρατή τύχαινε δίπλα της.
Το θέαμα έμοιαζε παράταιρο καθώς οι άξεστοι πειρατές με τα φθαρμένα και λερά σκουτιά τους στέκονταν δίπλα στις κυράδες με τις δαντέλες και τα καθαρά φουστάνια τους, εργαλείο αναπόσπαστο για την δουλειά μιας πόρνης. Όλοι είχαν την φαντασίωση της έμορφης αρχόντισσας που ξέπεσε πάνω στα δικά τους χέρια.
"Άιντε πάμε να πέσουμε στα πουπουλένια στρώματα, καιρό έχουμε τώρα που ξαπλάρουμε πάνω στα σκοινιά και τα σανίδια του σαπιοκάραβου"
Γέλια και σαματάς απάντησε στα λόγια του. Το τσούρμο ερχόντανε απ τα καπηλειά με κάμποσες γυναίκες να παραπατάν ζαλισμένες απ το πιοτί και να χαχανίζουν έχοντας κρεμαστεί η καθεμιά πάνω στο μπράτσο όποιου πειρατή τύχαινε δίπλα της.
Το θέαμα έμοιαζε παράταιρο καθώς οι άξεστοι πειρατές με τα φθαρμένα και λερά σκουτιά τους στέκονταν δίπλα στις κυράδες με τις δαντέλες και τα καθαρά φουστάνια τους, εργαλείο αναπόσπαστο για την δουλειά μιας πόρνης. Όλοι είχαν την φαντασίωση της έμορφης αρχόντισσας που ξέπεσε πάνω στα δικά τους χέρια.
Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011
Πειρατικες ελεγειες Captain Constantin
Ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο που που χε πάρει σαν ξεκίνησε, ο καπετάνιος έφτασε στο πανδοχείο "σπασμένη στάμνα" απ το βορεινό σοκάκι. Κρυμμένος στις σκιές κοίταξε γύρω του, έδεσε τ άλογο σε ένα καρφί, κι αθόρυβα κοίταξε το μπροστινό δρόμο του πανδοχείου.
Λίγες λάμπες ήταν αναφτές, με το ωχρό φως τους να δίνει μια αλλόκοτη κι απόκοσμη θωριά στην πόλη. Τα μαγαζιά ήταν σκοτεινά μετά την φασαρία που 'χαν υποστεί από τη συμμορία των πειρατών, με τα πιο πολλά να χουν καναβάτσο μπρος απ τις σπασμένες μόστρες. Τα πεζούλια στην άκρη του δρόμου άδεια, οι τεμπέληδες γυρολόγοι άφαντοι. Οι κάτοικοι κλειδαμπαρωμένοι στα σπίτια για ν αποφύγουν τις φασαρίες, μια σιωπή θανάτου ντύνει τώρα την πόλη.
Το πανδοχείο βουβό και μισοφωτισμένο, κι ο καπετάνιος αναρωτήθηκε αν ήταν μέσα ο ναύκληρος και η συμμορία, για ακούσαν τις εντολές του και ανέμεναν ως τώρα με περιέργεια στη μαύρη τους καρδιά, παρά με φόβο.
Μούτρα σαν αυτούς τίποτε δε τους φοβίζει.
Λίγες λάμπες ήταν αναφτές, με το ωχρό φως τους να δίνει μια αλλόκοτη κι απόκοσμη θωριά στην πόλη. Τα μαγαζιά ήταν σκοτεινά μετά την φασαρία που 'χαν υποστεί από τη συμμορία των πειρατών, με τα πιο πολλά να χουν καναβάτσο μπρος απ τις σπασμένες μόστρες. Τα πεζούλια στην άκρη του δρόμου άδεια, οι τεμπέληδες γυρολόγοι άφαντοι. Οι κάτοικοι κλειδαμπαρωμένοι στα σπίτια για ν αποφύγουν τις φασαρίες, μια σιωπή θανάτου ντύνει τώρα την πόλη.
Το πανδοχείο βουβό και μισοφωτισμένο, κι ο καπετάνιος αναρωτήθηκε αν ήταν μέσα ο ναύκληρος και η συμμορία, για ακούσαν τις εντολές του και ανέμεναν ως τώρα με περιέργεια στη μαύρη τους καρδιά, παρά με φόβο.
Μούτρα σαν αυτούς τίποτε δε τους φοβίζει.
Τρίτη 15 Μαρτίου 2011
Captain Alexander (μια ακομα περιπέτεια)
πειρατικές ελεγείες
Το νησί είχε κουρνιάξει βαθιά, κάτω στον ορίζοντα χρυσοστόλιστο με κόκκινες τις μπούκλες των ηλιαχτίδων απ το πρωινό πούσι. Η δουκέσα γερμένη στο μπράτσο της κουπαστής, θωρούσε το νησί απ το χάραμα σαν ένιωσε από διαίσθηση πως φάνηκε η στεριά. Ένιωθε σα λαγοκυνηγός την υγρασία της γης, τα ξινισμένα φύλλα κι άκουγε την ίδια της την ανάσα σαν άλογο να καλπάζει. Ένιωσε θαρρείς, την ίδια τη ψυχή της μαζί με τον οπτήρα πάνω στο κατάρτι να φωνάζει, κάνοντας τον καπετάνιο να αλαφιαστεί, γυρνώντας τρέχοντας σχεδόν, από την πρύμνη, και το τσούρμο να παρατήσει συνεργα και δουλειές, για να αγναντέψουν, αρχίζοντας το μουρμουρητό τους.Ο καπετάνιος πρόσταξε: '' εμπρός τιμόνι ανάποδα, πάμε..'' με φωνή που ακούστηκε ήρεμη μα δυνατή μέχρι τ αμπάρια. Ο ναύκληρος που κανε χρέη υποπλοιάρχου επανέφερε το πλήρωμα στα πόστα τους, με το κουρμπάτσι να σκίζει τον αέρα σα χαρτί και με το παγωμένο βλέμμα, όλοι ευθύς σκορπίσανε γκρινιάζοντας. Πάνε βδομάδες τώρα, που ο λυσσασμένος άνεμος κι καταχνιά του μολυβένιου ουρανού, είχαν φυλακίσει μια τον ήλιο δυο το φεγγάρι σκεπάζοντας τα άστρα με την κάπα της μουντάδας.
Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011
Captain Constantin Alexander (μια ακομα περιπέτεια)
Ήταν μια θάλασσα ψυχρή και δύστροπη, σαν μια γυναίκα ανέραστη και περασμένης ηλικίας που άθελα της βασανίζει ακόμα κι ότι αγαπάει. Οι ναυτικοί προτιμούσαν τα νερά αυτά παρά να διακινδυνεύσουν μια ροτα από τα Στενά του Δράκου τα οποία μαστιγώνονταν από καταιγίδες και ακούγεται πως κατοικούσαν εκεί τρομερά θαλάσσια τέρατα.
Στο κατάστρωμα της σκούνας ο Αλεξάντερ Κονσταντίν τυλιγμένος με τον μανδύα του αγνάντευε το συννεφιασμένο ορίζοντα με το πρωινό ρίγος να του χαϊδεύει την ραχοκοκκαλιά. Ο καπετάνιος μια γεροδεμένη μορφή με ασκητικά χαρακτηριστικά κουσούρι απ' την ζωή της θάλασσας έκοβε με το μάτι τον επιβάτη του. Κάτι πάνω του τον έκανε ξέρει πως τούτος 'δω κουβάλαγε μαζί του μπελάδες όπως η μέλισσα το μέλι. Ας είναι μονολόγησε εντός του, πλήρωσε καλά το ναύλο του και μάλιστα μπροστάντζα...
Στο κατάστρωμα της σκούνας ο Αλεξάντερ Κονσταντίν τυλιγμένος με τον μανδύα του αγνάντευε το συννεφιασμένο ορίζοντα με το πρωινό ρίγος να του χαϊδεύει την ραχοκοκκαλιά. Ο καπετάνιος μια γεροδεμένη μορφή με ασκητικά χαρακτηριστικά κουσούρι απ' την ζωή της θάλασσας έκοβε με το μάτι τον επιβάτη του. Κάτι πάνω του τον έκανε ξέρει πως τούτος 'δω κουβάλαγε μαζί του μπελάδες όπως η μέλισσα το μέλι. Ας είναι μονολόγησε εντός του, πλήρωσε καλά το ναύλο του και μάλιστα μπροστάντζα...
Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011
Πειρατικές Ιστορίες
Captain Constantin Alexander
Αυτή την στιγμή το χαμόγελο του δεν είχε καμία δόση ειρωνείας, ενώ η φωνή του χρωματίστηκε με τρυφερότητα καθώς την κοίταζε στα υπέροχα μάτια της.
''Η παρουσία σου εδώ μου δίνει χαρά''.
Η γυναίκα τίναξε το κεφάλι προς την αντίθετη κατεύθυνση απ το βλέμμα του, μα δεν πρόλαβε, καθώς το χέρι του βρέθηκε ήδη στο μάγουλο της χαϊδεύοντάς το τρυφερά.
Ενώ έσκυβε το κεφάλι του προς το πρόσωπό της, είδε τα χείλη του ζεστά και κόκκινα ενώ το χάδι τους πάνω στα δικά της προκάλεσε ρίγη και ένα γλυκό μούδιασμα στο μυαλό.
Είχε μια γεύση αλμύρας και τριαντάφυλλου, μάλλον απ τις ατέλειωτες ώρες στην γέφυρα ενώ κρεμόταν στα χείλη του η πίπα από άγρια τριανταφυλλιά. Προσπάθησε να σφίξει τα χείλη της, μα το κορμί την πρόδωσε καθώς άνοιξαν για να δεχθούν το άγγιγμα της γλώσσας του. Τα δάχτυλα που χάιδευαν το μάγουλο κινηθήκαν ελαφρά στρώνοντας τα μαλλιά και έπαιξαν βασανιστικά με τον λοβό του αυτιού της, στέλνοντας κύματα φωτιάς σε όλο της το είναι. Κι έκαναν τα πόδια της να τρέμουν.
Σάββατο 5 Μαρτίου 2011
Πειρατικες ιστορίες...Alexander Constantin
Το γαλιόνι ήταν αρματωμένο με έξι κανόνια σε κάθε πλευρά του κυρίως καταστρώματος, είχαν μικρή διάμετρο μα διπλάσιες σε μήκος κάνες έναντι των βαρίων καρονάδων που έφερε η Αστραπή. Οι πυροβολητές είχαν σκύψει πάνω στις μακριές κάνες των κανονιών έχοντας δίπλα τις ομοχειρίες τους.
Πάνω στα ξάρτια κρέμονταν σαν σταφύλια οι άντρες του έτοιμοι με τα μουσκέτα ανά χείρας για την έναρξη της μάχης. Όλοι τους άριστοι σκοπευτές και με κύριο μέλημα τον αποδεκατισμό των αξιωματικών που βρίσκονταν πάνω στο κάσαρο. Ο καπετάνιος έλπιζε πως ο κλυδωνισμός του πλοίου θα τους εμπόδιζε να σημαδέψουν σωστά. ''Άντρες μείνετε καλυμμένοι έως ότου έρθει το πλοίο μας σε θέση μάχης''. Ένιωσε περήφανος που κανείς δεν κινήθηκε από την θέση που είχε ήδη λάβει. Ο ίδιος αγέρωχος δίπλα στον τιμονιέρη έδινε κοφτά τις εντολές για την πορεία τους, πλησιάζοντας την Αστραπή προς το γαλιόνι σύμφωνα με την πειρατική τακτική για ρεσάλτο, η ώρα ζύγωνε.
Είδε τον κυβερνήτη του Εγγλέζικου που έβγαλε το ξίφος και το κράδαινε πάνω απ το κεφάλι του. Εκείνη ακριβώς την στιγμή το γαλιόνι βρέθηκε στο πιο χαμηλό σημείο απ το μπότζι του και τα κανόνια του έγγιζαν θαρρείς το νερό, κατόπιν άρχισε να υψώνεται και μαζί του οι κάνες μέχρι που έφτασαν οριζόντια με το κατάστρωμα της Αστραπής, τότες κατέβασε το χέρι με το σπαθί κι ήταν σαν να άνοιξε η κόλαση. Τα έξι κανόνια ξεράσαν ταυτόχρονα την φωτιά τους μέσα σε ένα σύννεφο καπνών κι ένα κύμα αέρα έπεσε σαν κουρμπάσι πάνω στα πλευρά της Αστραπής κι ένας στάντζος κόπηκε στη μέση με εκκωφαντικά κρότο. Το κατάστρωμα αναταράχθηκε απ τις υπόλοιπες μπάλες κι ένα υπόκωφο βουητό ακούστηκε από τα κοίτη.
Μια μπάλα τρύπησε την πλευρά πεταρίζοντας σκλήθρες και λάμψεις πορτοκαλιές κι η τρύπα που έχασκε έμοιαζε με στόμα καρχαρία με τα δόντια έτοιμα να ξεσκίσουν την σάρκα του θύματός του. Πίσω απ το κουρτέλο ένας άμοιρος είχε γονατίσει για να την δεχθεί κατάστηθα. Τα απομεινάρια του κορμιού του σκόρπισαν πάνω στο φρεσκοπλυμένο κατάστρωμα και η πορεία της μπάλας κατάληξε πάνω στην βάση του κεντρικού καταρτιού ταρακουνώντας το σαν φύλλο στον άνεμο βγάζοντας του μόνο μερικές σκλήθρες. Κατοπινά έχοντας χάσει την δύναμή της κύλησε πάνω στο κατάστρωμα και πηγαινοέρχονταν καπνίζοντας μπρος πίσω, εκείνη την στιγμή έφτασε η βροντή των κανονιών στα αυτιά των πειρατών που ακίνητοι έστεκαν στα πόστα τους.
''Δεν ήταν άσχημο σημάδι για Τόμηδες καπετάνιε'' είπε ο ναύκληρος γελώντας με τα σπασμένα δόντια του να χάσκουν λες και τον πέτυχε κι αυτόν η κανονιά. Ο πλοίαρχος δεν απήντησε απορροφημένος προς στιγμήν, να μετρά τον χρόνο που έκαναν οι ομοχειρίες να ξαναγιομίσουν τα κανόνια τους. ''Εξήντα δεύτερα του λεπτού κι ακόμη δεν γάβγισε κανένα απ τα κανόνια τους!'' είπε ο Ύπαρχος με περιφρόνηση ακριβώς την στιγμή που μια ομοβροντία βρήκε τα πλευρά του κύριου καταστρώματος, κι ένα άγριο ουρλιαχτό πόνου ακούστηκε κάτω απ την γέφυρα, κι εν συνεχεία κραυγές που σου κουρέλιαζαν τα νεύρα κι έκαναν τον κόμπο να ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά. ''Κάποιος να κατεβεί και να τον κάνει να σωπαίνει'' είπε ο πλοίαρχος στον ναύκληρο, που έφυγε ευθύς τρεχάτος για το υπόφραγμα.
'' Ύπαρχος; θα ηγηθώ εγώ ο ίδιος προσωπικά το ρεσάλτο. Αφήνω το πλοίο στα χέρια σου κι αν δεις πως συντρέχει κίνδυνος, θα μας αφήσεις εκεί και θα φύγεις σύμφωνα με τους νόμους του κώδικα...''
Ένα δυνατό σφύριγμα διέκοψε τα λόγια του κάνοντάς τον κάπτεν Κονσταντέν να σηκώσει οργισμένος τη ματιά του. Οι σκοπευτές πάνω στα ξάρτια του Εγγλέζικου είχαν μπει στο χορό της μάχης μα ο ήχος των μουσκέτων ήταν μακρινός κι έδειχνε κι ακίνδυνος. Σκόπιμα ο πλοίαρχος τον αγνόησε κι ύψωσε την φωνή του για να ακουστεί συνεχίζοντας να δίνει τις απαραίτητες οδηγίες στο πλήρωμα που θα έμενε πίσω.
Πάνω στα ξάρτια κρέμονταν σαν σταφύλια οι άντρες του έτοιμοι με τα μουσκέτα ανά χείρας για την έναρξη της μάχης. Όλοι τους άριστοι σκοπευτές και με κύριο μέλημα τον αποδεκατισμό των αξιωματικών που βρίσκονταν πάνω στο κάσαρο. Ο καπετάνιος έλπιζε πως ο κλυδωνισμός του πλοίου θα τους εμπόδιζε να σημαδέψουν σωστά. ''Άντρες μείνετε καλυμμένοι έως ότου έρθει το πλοίο μας σε θέση μάχης''. Ένιωσε περήφανος που κανείς δεν κινήθηκε από την θέση που είχε ήδη λάβει. Ο ίδιος αγέρωχος δίπλα στον τιμονιέρη έδινε κοφτά τις εντολές για την πορεία τους, πλησιάζοντας την Αστραπή προς το γαλιόνι σύμφωνα με την πειρατική τακτική για ρεσάλτο, η ώρα ζύγωνε.
Είδε τον κυβερνήτη του Εγγλέζικου που έβγαλε το ξίφος και το κράδαινε πάνω απ το κεφάλι του. Εκείνη ακριβώς την στιγμή το γαλιόνι βρέθηκε στο πιο χαμηλό σημείο απ το μπότζι του και τα κανόνια του έγγιζαν θαρρείς το νερό, κατόπιν άρχισε να υψώνεται και μαζί του οι κάνες μέχρι που έφτασαν οριζόντια με το κατάστρωμα της Αστραπής, τότες κατέβασε το χέρι με το σπαθί κι ήταν σαν να άνοιξε η κόλαση. Τα έξι κανόνια ξεράσαν ταυτόχρονα την φωτιά τους μέσα σε ένα σύννεφο καπνών κι ένα κύμα αέρα έπεσε σαν κουρμπάσι πάνω στα πλευρά της Αστραπής κι ένας στάντζος κόπηκε στη μέση με εκκωφαντικά κρότο. Το κατάστρωμα αναταράχθηκε απ τις υπόλοιπες μπάλες κι ένα υπόκωφο βουητό ακούστηκε από τα κοίτη.
Μια μπάλα τρύπησε την πλευρά πεταρίζοντας σκλήθρες και λάμψεις πορτοκαλιές κι η τρύπα που έχασκε έμοιαζε με στόμα καρχαρία με τα δόντια έτοιμα να ξεσκίσουν την σάρκα του θύματός του. Πίσω απ το κουρτέλο ένας άμοιρος είχε γονατίσει για να την δεχθεί κατάστηθα. Τα απομεινάρια του κορμιού του σκόρπισαν πάνω στο φρεσκοπλυμένο κατάστρωμα και η πορεία της μπάλας κατάληξε πάνω στην βάση του κεντρικού καταρτιού ταρακουνώντας το σαν φύλλο στον άνεμο βγάζοντας του μόνο μερικές σκλήθρες. Κατοπινά έχοντας χάσει την δύναμή της κύλησε πάνω στο κατάστρωμα και πηγαινοέρχονταν καπνίζοντας μπρος πίσω, εκείνη την στιγμή έφτασε η βροντή των κανονιών στα αυτιά των πειρατών που ακίνητοι έστεκαν στα πόστα τους.
''Δεν ήταν άσχημο σημάδι για Τόμηδες καπετάνιε'' είπε ο ναύκληρος γελώντας με τα σπασμένα δόντια του να χάσκουν λες και τον πέτυχε κι αυτόν η κανονιά. Ο πλοίαρχος δεν απήντησε απορροφημένος προς στιγμήν, να μετρά τον χρόνο που έκαναν οι ομοχειρίες να ξαναγιομίσουν τα κανόνια τους. ''Εξήντα δεύτερα του λεπτού κι ακόμη δεν γάβγισε κανένα απ τα κανόνια τους!'' είπε ο Ύπαρχος με περιφρόνηση ακριβώς την στιγμή που μια ομοβροντία βρήκε τα πλευρά του κύριου καταστρώματος, κι ένα άγριο ουρλιαχτό πόνου ακούστηκε κάτω απ την γέφυρα, κι εν συνεχεία κραυγές που σου κουρέλιαζαν τα νεύρα κι έκαναν τον κόμπο να ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά. ''Κάποιος να κατεβεί και να τον κάνει να σωπαίνει'' είπε ο πλοίαρχος στον ναύκληρο, που έφυγε ευθύς τρεχάτος για το υπόφραγμα.
'' Ύπαρχος; θα ηγηθώ εγώ ο ίδιος προσωπικά το ρεσάλτο. Αφήνω το πλοίο στα χέρια σου κι αν δεις πως συντρέχει κίνδυνος, θα μας αφήσεις εκεί και θα φύγεις σύμφωνα με τους νόμους του κώδικα...''
Ένα δυνατό σφύριγμα διέκοψε τα λόγια του κάνοντάς τον κάπτεν Κονσταντέν να σηκώσει οργισμένος τη ματιά του. Οι σκοπευτές πάνω στα ξάρτια του Εγγλέζικου είχαν μπει στο χορό της μάχης μα ο ήχος των μουσκέτων ήταν μακρινός κι έδειχνε κι ακίνδυνος. Σκόπιμα ο πλοίαρχος τον αγνόησε κι ύψωσε την φωνή του για να ακουστεί συνεχίζοντας να δίνει τις απαραίτητες οδηγίες στο πλήρωμα που θα έμενε πίσω.
Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011
Captain Alexander Constantin... ( συντομα σε νεες περιπετειες)

Καθε δραστηριοτητα στο καταστρωμα επαψε στην στιγμη και το τσουρμο στραφηκε ψηλα στο καλαθι και τον οπτηρα καθως αυτος συνεχιζε να αναφερει.
Στο ακουσμα των λογων ο πλοιαρχος τιναχτηκε, βουτηξε το κυαλι απ' τον εκπληκτο υποπλοιαρχο του και με μεγαλες δρασκελιες εγκατελειψε την γεφυρα κινουμενος για το μεσιανο καταρτι, πιαστηκε απ την τριχηνη κλιμακα κι αρχισε να σκαρφαλωνει σαν μαιμου πανω στην φοινικια. Τα δυνατα του μπρατσα αρπαζαν τα σκοινια και τον ανεβαζαν γοργα και σταθερα, διχως δισταγμους μητε στασεις.
Συντομα βρεθηκε να αιωρειται κατω απο το καλαθι του οπτηρα με το πληρωμα εκπληκτο να επευφημει τον καπετανιο του που παντα τους ξεπερνουσε σε ολα. Σαν ανεβηκε στο παρατηρητηριο ενιωσε την ενταση στο επακρο καθως ακουγε την ατακτη ανασα του και τα μιλιγκια του να χορευουν τρελλα, ποσο καιρο ειχε να ανεβει εδω πανω και να δει με τη ματια του τον μακρινο οριζοντα...
''Να εκει καπετανιο μου'' τραυλισε δειχνοντας περα μακρια ο στριμωγμενος νεαρος, αφου ισα που χωρουσαν οι δυο τους στην ''φυλακη του οπτηρα'' οπως ονομαζε το πληρωμα την καναβενια κοφα.
Εδω ψηλα στην κορυφη του κοσμου τους ,ηταν εντονο και διαρκες το σκαμπανεβασμα του πλοιου πανω στα κυματα σαν χορος του εκκρεμους, κανοντας την οριζογραμμη να τρεμοπαιζει μες το κανοκυαλι. Οσο προσπαθουσε να εστιασει ο πλοιαρχος ενιωθε παρα εβλεπε τα τριγωνακια λευκου πανω στο απεραντο φοντο θαλασσας κι ουρανου, μα σαν καταφερε να βρει τις σωστες ρυθμισεις σκορπισαν και οι αμυδρες αμφιβολιες σαν την πρωινη παχνα που εξαφανιζεται με τις λαμπερες ακτινες του ηλιου οταν σαρωνουν το καταστρωμα. Εκει μπροστα του βρισκονταν το γαλιονι που εψαχνε τοσες μερες, εβλεπε τις μικρες ασπρες πυραμιδες των πανιων να χορευουν αυθαδικα στα κυματα.
Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011
Πειρατικες ελεγειες Alexander Constantin...
Δεν γυρισε τη ματια του μητε στιγμη προς τη γυναικα, παρολο που αυτη δεν μπορεσε να παρει το βλεμμα της απο πανω του κοιταζοντας τον λιγωμενη με θαυμασμο και ποθο.
Τουτη την ωρα φανταζε μπρος της σαν τον αρχαιο Ελληνα θεο που χε δει παλια σε μια γκραβουρα.
Τα γονατα της λυγιζαν σα να θελαν να προσκυνησουν τουτον τον Ολυμπιο επισκεπτη, με το μελαχρινο του προσωπο που ελουζαν τα κορακισια του μαλλια ομοια με τα νερα της Στυγας. Φαρδιοι γεροδεμενοι ωμοι ασφυκτιουν κατω απ τη λευκη του πουκαμισα απο λινο Ινδιας. Η ασημενια αγκραφα τονισε την δερματινη ζωνη που σφιγγε τη στενη μεση βαμενη στα ιδια χρωματα με τις ψηλες μποτες που αγκαλιαζαν τα μακρια ισια και δυνατα του ποδια. Ναι παραδεχτηκε στον εαυτο της τον ηθελε δικο της.
Λιγα βηματα πιο κατω ο Χουαν αρχισε να τυλιγει το χιτωνιο του αδεξια γυρω απο το χερι του.
Κατοπιν τιναξε την μακρια λαμα που κρατουσε στο δεξι τοσο ξαφνικα που νομιζες πως χερι και ατσαλι ηταν ενα και το αυτο σαν χαμαιλεοντας που τεντωνει αστραπιαια την γλωσσα του φυλακιζοντας τα εντομα της τροπικης ζουγκλας. Μετεπειτα αρχισε να κινειται αναλαφρα σαν χορευτης, πανω στο λασπωμενο εδαδος παιζοντας ταυτοχρονα τη λεπιδα ποτα στ' ενα χερι ποτε στ' αλλο θελοντας ετσι να μπερδεψει και να πανικοβαλει τον αντιπαλο του.
Τουτη την ωρα φανταζε μπρος της σαν τον αρχαιο Ελληνα θεο που χε δει παλια σε μια γκραβουρα.
Τα γονατα της λυγιζαν σα να θελαν να προσκυνησουν τουτον τον Ολυμπιο επισκεπτη, με το μελαχρινο του προσωπο που ελουζαν τα κορακισια του μαλλια ομοια με τα νερα της Στυγας. Φαρδιοι γεροδεμενοι ωμοι ασφυκτιουν κατω απ τη λευκη του πουκαμισα απο λινο Ινδιας. Η ασημενια αγκραφα τονισε την δερματινη ζωνη που σφιγγε τη στενη μεση βαμενη στα ιδια χρωματα με τις ψηλες μποτες που αγκαλιαζαν τα μακρια ισια και δυνατα του ποδια. Ναι παραδεχτηκε στον εαυτο της τον ηθελε δικο της.
Λιγα βηματα πιο κατω ο Χουαν αρχισε να τυλιγει το χιτωνιο του αδεξια γυρω απο το χερι του.
Κατοπιν τιναξε την μακρια λαμα που κρατουσε στο δεξι τοσο ξαφνικα που νομιζες πως χερι και ατσαλι ηταν ενα και το αυτο σαν χαμαιλεοντας που τεντωνει αστραπιαια την γλωσσα του φυλακιζοντας τα εντομα της τροπικης ζουγκλας. Μετεπειτα αρχισε να κινειται αναλαφρα σαν χορευτης, πανω στο λασπωμενο εδαδος παιζοντας ταυτοχρονα τη λεπιδα ποτα στ' ενα χερι ποτε στ' αλλο θελοντας ετσι να μπερδεψει και να πανικοβαλει τον αντιπαλο του.
Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου 2011
Πειρατικες ελεγειες, Captain Constantin Alexander

Παρασυρθηκα παλι από τις μνημες μονολογησε ο καπετανιος που κάθε στιγμη παλευε μεσα του με τα φαντασματα της γενιας του, να χει το νου του καθαρο πρεπει αλλως πως θα κουμανταρει το τσουρμο και πως θα εκπληρωσει τον ορκο που κανε στα κοκκαλα της μανας του…να κανει ότι είναι δυνατο για να χτιστει ξανα η γενια και το σπιτικο τους μα ποτε ποτε μη χασει την ψυχη του, μη γινει σαν κι αυτους που χαιρεκακα πηραν την πνοη του κυρη του…
‘Πιοτι!!!’ φωναξε δυνατα στον ναυκληρο που κρεμασμενος στην κουπαστη λαγοκοιμουνταν κανοντας τον να σαστισει. ‘Την μποτιλια ειπα’ συνεχισε θελοντας να πνιξει την ταραχη του στο ρουμι που παντα του ζεσταινε τον λαιμο κι εκανε την ψυχη του να χορευει κεινο τον αγριο χορο που χε δει να χορευουν οι μαυροι ανθρωποι γυρω από την φωτια εκει κατω βαθεια στου νοτου τις ακτες...
Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011
Captain Alexander Constantin... ( συντομα σε νεες περιπετειες)
Τ
ο κυμα επεφτε πανω στις πλωρες των αγκυροβολημενων καραβιων λικνιζοντας τα σε εναν αεναο χορο με συνοδεια το μουρμουρητο των παφλασμων που χαιδευαν απαλα τα υφαλα σαν το χερι του ερωτευμνου οταν θωπευει το στηθος της αγαπημενης του καθως εκφραζει τον αγνο ερωτα του. Στα ξαρτια τρεμοπαιζαν τα κρεμασμενα φαναρια σαν σαλτιμπαγκοι που ετοιμαζονται για το μεγαλο αλμα, κι εριχναν το θαμπο τους φως βαφοντας ασημογαλαζα τα νερα ομοια με την κοιλια του ξυφια που αρμενιζει τα πελαγα αμεριμνος. Στη στερια οι σκιες του φεγγαριου επαιζαν κρυφτο πανω στους φοινικες και στις φρεσκοφτιαγμενες ξυλινες παραγκες, που στηθηκαν προχειρα τις τελευταιες μερες πανω στα χαλασματα παλαιοτερων κτισματων για τις αναγκες των πειρατων, μιας και ηταν καιρος για το ετησιο παζαρι ανταλλαγης των θησαυρων τους, κατι που τηρουσαν ευλαβικα απο την εποχη συνταξης του πειρατικου κωδικα. Φωνες, γελια και βλαστημιες ανακατα με πνιχτες γυναικεις κραυγες παθους εζωναν ολη την περιοχη γυρω απο τις καλυβες των ναυτικων, που αλλοι γλεντοκοπουσαν πινωντας κι αλλοι επαιζαν την τυχη τους και το χρυσαφι τους στα ζαρια, με προσωπα αναψοκοκκινισμενα απ το πιοτι και την απληστεια. Στην τσαλαπατημενη λασπη της πλατειας ειχαν στρωθει προχειρα οσα μικροκλαδα και φυλλα εμειναν απο την κατασκευη των αυτοσχεδιων οικισματων δινοντας μια οψη λεηλασιας στο ομορφο τοπιο, αλλωστε αυτο ξερουν να κανουν μονο τουτα τα αλητηρια ρεμαλια. Στη μεση του ανοιχτου χωρου ειχε στηθει μια επισης κακοφτιαγμενη εξεδρα απο παλια υπολοιματα πλοιου που θα χρησιμευε ως ναος στην ιεροτελεστια εξαθλιωσης της ανθρωπινης υποστασης, στο σκλαβοπαζαρο. Ανοιπομονες ματιες κοιτουσαν τακτικα πισω απο την εξεδρα στις σκιες που αφυναν ακαλυπτες οι φωτιες που αργοκαιγαν τριγυρω, μπας και δουν καμια κινηση που θα προμηνυε τη εναρξη του παζαριου. Πανω στην εξεδρα ενας στραβοχυμενος Ισπανος κοντος με ασχημα σουσουμια βηματιζε νευρικα ριχνοντας κλεφτες ματιες στα κερδη της ομηγυρης με ματια μοχθηρα σαν φιδι και ενα ψυχρο χαμογελο μισοκρεμασμενο στα χειλη. Ειχε φορεσει το δερματινο χιτωνιο του για την περισταση και το γυαλιστερο παντελονι του ταυρομαχου χωμενο μεσα στις ψηλες του μποτες με τα πολυχρωμα κορδονια. Στη ζωνη του σταυρωτα οι ασημοσκαλισμενες πιστολες του κρεμονταν κανοντας τον να φαινεται πιο κοντος και πιο αχαρος απο οτι ειναι, και στο αποκορυφωμα της ασχημιας του ειχε ενα πλατυ μαυρο καπελο με πολυχρωμη κορδελα μπλεγμενη με τις αραιες κοτσιδες του. Καρικατουρα σε ολο της το μεγαλειο. Ενα μακρυ σουρσιμο ποδιων με αλυσιδες εκαναν τα κεφαλια ολων να γυρισουν οι σκλαβοι εφτασαν και ο Σπανιολος σηκωσε το χερι κι ενα αορατο ταμπουρλο αρχισε να σκορπιζει παντου τον πενθιμο ρυθμο δινοντας το σημα της εναρξης. Καθως αυτο περιμεναν ολοι αρχισαν να μαζευονται προς την εξεδρα ξεπροβαλοντας απ τις παραγκες, απ τα συδεντρα κι απο παντου σαν μυρμηγκια στη ζαχαρι κρατωντας ο καθενας μια μισο αδειανη μποτιλια απ το πιοτο τους μιας κι ολημερις ειχαν μοιρασει τις μεριδες τους απ τα βαρελια. Σχηματισαν γρηγορα ενα ημικυκλιο γυρω απ την εξεδρα και σιγα σιγα ενονωντας οι ακρες οσο προστιθενταν κι αλλοι θελοντας να κανουν κυκλο. Ο συρφετος αυτος ηταν τοσο ανομοιος μεταξυ του τοσο σε χαρακτηριστικα οσο φυλης οσο και σε ρουχα. Εβλεπες ολες τις αποχρωσεις δερματος και καθε λογης ενδυμα, απο κοντοβρακες με ψηλα στιβαλια μεχρι ξεθωριασμενα χιτωνια αξιωματικων ναυτικου με τρυπια παπουτσια αριστοκρατη, ο καθεις φορουσε τα λαφυρα του σαν επισημη στολη για την γιορτη τους, ανακατεμενος ο ερχομενος. Το ταμπουρλο επαιζε ασταματητα μεχρι τη στιγμη που ανεβασαν στην εξεδρα το πρωτο μπουλουκι σκλαβων, τοτε ο διευθηντης αυτης της ατυπης ορχηστρας σηκωσε το χερι του ξανα και το τυμπανο νεκρωθηκε με μιας, μονο το σιγανο μουρμουρισμα του οχλου ακουγονταν καθως επιθεωρουσαν το εμπορευμα γυμνο απ τα κουρελιασμενα ρουχα.Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011
Captain Alexander Constantin...( συντομα σε νεες περιπετειες)

Τ ο κυμα επεφτε πανω στις πλωρες των αγκυροβολημενων καραβιων λικνιζοντας τα σε εναν αεναο χορο με συνοδεια το μουρμουρητο των παφλασμων που χαιδευαν απαλα τα υφαλα σαν το χερι του ερωτευμνου οταν θωπευει το στηθος της αγαπημενης του καθως εκφραζει τον αγνο ερωτα του. Στα ξαρτια τρεμοπαιζαν τα κρεμασμενα φαναρια σαν σαλτιμπαγκοι που ετοιμαζονται για το μεγαλο αλμα, κι εριχναν το θαμπο τους φως βαφοντας ασημογαλαζα τα νερα ομοια με την κοιλια του ξιφια που αρμενιζει τα πελαγα αμεριμνος. Στη στερια οι σκιες του φεγγαριου επαιζαν κρυφτο πανω στους φοινικες και στις φρεσκοφτιαγμενες ξυλινες παραγκες, που στηθηκαν προχειρα τις τελευταιες μερες πανω στα χαλασματα παλαιοτερων κτισματων για τις αναγκες των πειρατων, μιας και ηταν καιρος για το ετησιο παζαρι ανταλλαγης των θησαυρων τους, κατι που τηρουσαν ευλαβικα απο την εποχη συνταξης του πειρατικου κωδικα. Φωνες, γελια και βλαστημιες ανακατα με πνιχτες γυναικεις κραυγες παθους εζωναν ολη την περιοχη γυρω απο τις καλυβες των ναυτικων, που αλλοι γλεντοκοπουσαν πινωντας κι αλλοι επαιζαν την τυχη τους και το χρυσαφι τους στα ζαρια, με προσωπα αναψοκοκκινισμενα απ το πιοτι και την απληστεια.
Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2010
Captain Constantin Alexander (Πειρατικες ελεγειες)
Αυτη την στιγμη το χαμογελο του δεν ειχε καμια δοση ειρωνιας, ενω η φωνη του χρωματιστηκε με
τρυφεροτητα καθως την κοιταζε στα υπεροχα ματια της.
''Η παρουσια σου μου δινει χαρα''.
Η γυναικα τιναξε το κεφαλι προς την αντιθετη κατευθηνση απ το βλεμμα του, μα δεν προλαβε, καθως το χερι του βρεθηκε ηδη στο μαγουλο της χαιδευοντας το.
Ενω εσκυβε το κεφαλι του προς το προσωπο της ειδε τα χειλη του ζεστα και κοκκινα ενω το χαδι τους πανω στα δικα της προκαλεσε ριγη και ενα γλυκο μουδιασμα στο μυαλο.
Ειχε μια γευση αλμυρας και τριανταφυλλου μαλλον απο τις ατελειωτες ωρες στην γεφυρα ενω κρεμοταν στα χειλη του η πιπα απο αγρια τριανταφυλλια.Προσπαθησε να σφιξει τα χειλη της μα το κορμι της την προδωσε καθως ανοιξαν για να δεχθουν το αγγιγμα της γλωσσας του. Τα δαχτυλα που χαιδευαν
το μαγουλο κινηθηκαν ελαφρα στρωνοντας τα μαλλια της και επαιξαν βασανιστικα με τον λωβο του αυτιου της στελνοντας κυματα φωτιας σε ολο της το ειναι κι εκαναν τα ποδια της να τρεμουν.
Τη στιγμη που αρχισε να γυμνωνει το μπουστο της, το μονο που μπορεσε να κανει ηταν να στηριχθει πανω στο μυωδες στερνο του μιας κι ενιωθε να βουλιαζει στο πατωμα. Τοτε ακριβως τα χειλη του πλοιαρχου απομακρυνθηκαν απ τα δικα της αφηνοντας τα παγωνια του αποχωρισμου και την εκαναν να ανοιξει τα σφαλιστα της ματια. Ανημπορη να πιστεψει οτι γινοταν κοιταζε το κεφαλι του να κατεβαινει στο στηθος της ενω τη ματια της εμεινε καρφωμενη στα πυκνα κατσαρα μαλλια του.
Μια τελευταια φωνουλα αμυνας την παρακινουσε να σταματησει αμεσως τον αντρα που συντομα θα τρυγουσε τους καρπους του κορμιου της, οσο κι αν η ιδια ακομη δυσκολευοταν να το πιστεψει.
Οταν προσπαθησε να φωναξει ο λαιμος της στεγνωσε κι ενω θελησε να σπρωξει το κεφαλι του πλοιαρχου μακρια, το μονο που εγινε ηταν να χαιδεψει τα μαλλια του και να το τραβηξει πανω της ενω εκανε τοξο την ραχη της ωστε να χειλη του να ενωθουν πιο γρηγορα με το στηθος της.
Τιποτε ομως δεν την ειχε προετοιμασει γιαυτο που θα ενιωθε, τα χειλη του ρουφουσαν την ιδια της την ζωη καθως οι θηλες της παγιδευτηκαν μεσα στα δοντια του. Προσπαθησε απεγνωσμενα να πνιξει την κραυγη που ανεβαινε στον λαιμο της, μα το μονο που συνεβη ηταν να ουρλιαξει με παθος και τα ποδια της να λυγισουν κι ενω δοκιμασε να κρατηθει πιο σφιχτα απο το κεφαλι του επεσαν και οι πισω πανω στην μικρη κουκετα με τον πλοιαρχο να γονατιζει διπλα της εχοντας ακομη το καυτο της στηθος στα χειλη του σαν τον πανθηρα που κρατα σφιχτα στα σαγονια του το θηραμα του.
Κυρτωσε παλι το σωμα της παραδωμενη στα φιλια που εξερευνουσαν το κορμι της, θελοντας να τον διευκολυνει να της φγαλει το υπολοιπο φορεμα. Οταν την αφησε για να κλειδωσει την πορτα η κοπελα βογγηξε απο το αισθημα εγκαταλειψης ενω τον παρακολουθουσε να πεταει τα ρουχα του παρουσιαζοντας μπροστα της εναν μεγαλοπρεπο Ελληνα θεο συλλογιζομενη πως ποτε τα ματια της δεν ειχαν αντικρυσει κατι τοσο ομορφο προκαλωντας της κυματα ευφοριας.
''Ομορφος σαν την αμαρτια'' της ψιθυρισε η φωνη της συνειδησης μα ηταν τοσο αδυναμη και μικρη που ουτε καν την ακουσε για να την αγνοησει, ηταν πια αργα για αναστολες και αμυνες πλεον μιας και ο πλοιαρχος ηδη σκαρφαλωσε στο γυμνο κορμι της κανοντας τα ματια της να γεμισουν δακρυα χαρας και προσμονης, το κεφαλι της να τιναχθει σαν να χτυπηθηκε απο κεραυνο και την ανασα της να κοπει ενω σταματησε ο χρονος και η ιδια η καρδια της......
τρυφεροτητα καθως την κοιταζε στα υπεροχα ματια της.
''Η παρουσια σου μου δινει χαρα''.
Η γυναικα τιναξε το κεφαλι προς την αντιθετη κατευθηνση απ το βλεμμα του, μα δεν προλαβε, καθως το χερι του βρεθηκε ηδη στο μαγουλο της χαιδευοντας το.
Ενω εσκυβε το κεφαλι του προς το προσωπο της ειδε τα χειλη του ζεστα και κοκκινα ενω το χαδι τους πανω στα δικα της προκαλεσε ριγη και ενα γλυκο μουδιασμα στο μυαλο.
Ειχε μια γευση αλμυρας και τριανταφυλλου μαλλον απο τις ατελειωτες ωρες στην γεφυρα ενω κρεμοταν στα χειλη του η πιπα απο αγρια τριανταφυλλια.Προσπαθησε να σφιξει τα χειλη της μα το κορμι της την προδωσε καθως ανοιξαν για να δεχθουν το αγγιγμα της γλωσσας του. Τα δαχτυλα που χαιδευαν
το μαγουλο κινηθηκαν ελαφρα στρωνοντας τα μαλλια της και επαιξαν βασανιστικα με τον λωβο του αυτιου της στελνοντας κυματα φωτιας σε ολο της το ειναι κι εκαναν τα ποδια της να τρεμουν.
Τη στιγμη που αρχισε να γυμνωνει το μπουστο της, το μονο που μπορεσε να κανει ηταν να στηριχθει πανω στο μυωδες στερνο του μιας κι ενιωθε να βουλιαζει στο πατωμα. Τοτε ακριβως τα χειλη του πλοιαρχου απομακρυνθηκαν απ τα δικα της αφηνοντας τα παγωνια του αποχωρισμου και την εκαναν να ανοιξει τα σφαλιστα της ματια. Ανημπορη να πιστεψει οτι γινοταν κοιταζε το κεφαλι του να κατεβαινει στο στηθος της ενω τη ματια της εμεινε καρφωμενη στα πυκνα κατσαρα μαλλια του.
Μια τελευταια φωνουλα αμυνας την παρακινουσε να σταματησει αμεσως τον αντρα που συντομα θα τρυγουσε τους καρπους του κορμιου της, οσο κι αν η ιδια ακομη δυσκολευοταν να το πιστεψει.
Οταν προσπαθησε να φωναξει ο λαιμος της στεγνωσε κι ενω θελησε να σπρωξει το κεφαλι του πλοιαρχου μακρια, το μονο που εγινε ηταν να χαιδεψει τα μαλλια του και να το τραβηξει πανω της ενω εκανε τοξο την ραχη της ωστε να χειλη του να ενωθουν πιο γρηγορα με το στηθος της.
Τιποτε ομως δεν την ειχε προετοιμασει γιαυτο που θα ενιωθε, τα χειλη του ρουφουσαν την ιδια της την ζωη καθως οι θηλες της παγιδευτηκαν μεσα στα δοντια του. Προσπαθησε απεγνωσμενα να πνιξει την κραυγη που ανεβαινε στον λαιμο της, μα το μονο που συνεβη ηταν να ουρλιαξει με παθος και τα ποδια της να λυγισουν κι ενω δοκιμασε να κρατηθει πιο σφιχτα απο το κεφαλι του επεσαν και οι πισω πανω στην μικρη κουκετα με τον πλοιαρχο να γονατιζει διπλα της εχοντας ακομη το καυτο της στηθος στα χειλη του σαν τον πανθηρα που κρατα σφιχτα στα σαγονια του το θηραμα του.
Κυρτωσε παλι το σωμα της παραδωμενη στα φιλια που εξερευνουσαν το κορμι της, θελοντας να τον διευκολυνει να της φγαλει το υπολοιπο φορεμα. Οταν την αφησε για να κλειδωσει την πορτα η κοπελα βογγηξε απο το αισθημα εγκαταλειψης ενω τον παρακολουθουσε να πεταει τα ρουχα του παρουσιαζοντας μπροστα της εναν μεγαλοπρεπο Ελληνα θεο συλλογιζομενη πως ποτε τα ματια της δεν ειχαν αντικρυσει κατι τοσο ομορφο προκαλωντας της κυματα ευφοριας.
''Ομορφος σαν την αμαρτια'' της ψιθυρισε η φωνη της συνειδησης μα ηταν τοσο αδυναμη και μικρη που ουτε καν την ακουσε για να την αγνοησει, ηταν πια αργα για αναστολες και αμυνες πλεον μιας και ο πλοιαρχος ηδη σκαρφαλωσε στο γυμνο κορμι της κανοντας τα ματια της να γεμισουν δακρυα χαρας και προσμονης, το κεφαλι της να τιναχθει σαν να χτυπηθηκε απο κεραυνο και την ανασα της να κοπει ενω σταματησε ο χρονος και η ιδια η καρδια της......
Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2010
Πειρατικες ελεγειες (Captain Constantin Alexander )
…Μαζεύοντας τις όποιες δυνάμεις του 'χαν απομείνει ο καπετάνιος κοίταξε την πέτρα, που στόλιζε το κάρφωμα του σπαθιού του χαϊδεύοντας την τρυφερά με τα ακροδάχτυλα του, κι αναπόλησε τις μέρες του παρελθόντος, που τούτο το πετράδι, στόλιζε τον αλαβάστρινο λαιμό της μητέρας του όπως την θυμόταν σαν παιδί ακόμα.... Να πλέκει τα μακρυά ξανθά μαλλιά της σε πλεξούδες, μπρος στο περβάζι της κάμαρας κοιτώντας προς το νοτιά, πέρα απ τον ορίζοντα της θαλασσής προσμένοντας τον κύρη της να γυρίσει, και τραγουδούσε κείνο το στιχάκι με την βελούδινη φωνή της που πάντα τον νανούριζε…'’κίνησε ο κύρης μας για το ταξίδι του πέρα απ τους άσπρους κάμπους …πέρα από την φαμιλιά του θεριά να κυνηγήσει…ήπιε της έξαψης κρασί κι ακόμα να γυρίσει…’' Θυμήθηκε τα δακρυσμένα μάτια της κείνη την ώρα που ήρθε το μαντάτο για τον χαμό του πατέρα με τη γαλέρα φορτωμένη ολάκερο το βιος τους. Σπάραζε η αρχόντισα μερόνυχτα ολάκερα για τον άδικο σκοτωμό του άντρα από τους βάρβαρους κουρσάρους…
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




