...Σκέψεις και συναισθήματα, κέρασμα στον ταξιδιώτη...

Τετάρτη 8 Απριλίου 2015

Σε λαχταράω.....

Και θέλω να παίζουμε κρυφτό και να σου δίνω τα ρούχα μου
και να σου λέω πόσο μ’ αρέσουν τα παπούτσια σου
και να κάθομαι στα σκαλιά ενώ εσύ κάνεις ντουζ
και να σου τρίβω το σβέρκο

και να σου φιλάω τα πόδια και να σε κρατάω απ’ το χέρι
και να βγαίνουμε για φαγητό
και να μη με νοιάζει που τρως το δικό μου

και να σε συναντώ στου Ρούντυ και να μιλάμε για τον καιρό
και να πληκτρολογώ τα γράμματά σου
και να κουβαλάω τα πράγματά σου

και να γελάω με την παράνοιά σου
και να σου δίνω κασέτες που δεν τις ακούς

και να βλέπουμε σπουδαίες ταινίες και να βλέπουμε άθλιες ταινίες
και να γκρινιάζουμε για το ραδιόφωνο
και να σε βγάζω φωτογραφίες όταν κοιμάσαι

και να σηκώνομαι για να σου φέρνω καφέ

Πέμπτη 12 Ιουνίου 2014

Έμπνευση και πάθος....

Κι όταν της Άνοιξης οι μέρες ξεμακραίνουν, τις ώρες μου γιομίζει κελάηδμα πουλιών από μακριά....
Πάντα θυμάμαι την φωνή σου να μου τραγουδά κερνώντας το φιλί....

Μα σαν βραδιάσει, τα αστέρια φωτίζουνε ψηλά, κι η νύχτα βάφεται στα χρώματα του φεγγαριού...
Τότε ο πόνος μου αβάσταχτος, καθώς σεργιάνι κάνω μοναχός στου έρωτα τα πάθη....
Η καρδιά μου λαχταρά να δει το δικό της αστέρι να φωτίζει με χίλια χρώματα της μοναξιάς τα έρημα σοκάκια.... Ζει για την στιγμή, που θα προβάλει απ' την ανατολή ο πρωινός αστέρας για να φέρει το χάραμα, και να βγει ο νους, από του πόνου τα σκοτάδια....

Συ σαι τ' αστέρι μάτια μου, συ σαι κι η ηλιαχτίδα. Εσύ που μου χαρίζεις φως και λάμπεις μες στην νύχτα.... Μακρυά σου και το καταμεσημέρο πάντα μου μοιάζει νύχτα....μα όταν σμίγουμε αγκαλιά μου φαίνονται και τα μεσάνυχτα, σαν φως του ήλιου καθαρό, και λάμπει η ψυχή μου....

Κείνες του έρωτα οι στιγμές, που με χορταίνουν σαν πεινώ, την δίψα μου που σβήνουν κι η αγκαλιά σου γίνεται βάλσαμο, κι όλες οι πληγές μου κλείνουν.... Τα σπλάχνα μου χορταίνουν αγαλλίαση κι έρωτας με γεμίζει με την χαρά πως σε έχω δίπλα μου, και πάντα δικιά μου είσαι....

Μα το φιλι σου, δεν το χόρτασα όπως και το κορμί σου, καταραμένος είμαι να ζητώ σταγόνες παραπάνω, κι όταν δεν σε έχω δίπλα μου κάλιο να σβήσω παρακαλώ, να πέσω να πεθάνω....
Μα σκέφτομαι τον πόνο σου σαν μάθεις τον χαμό μου κι όλα τα κλείνω μεσα μου σε έναν βουβό καημό μου....Αγάπη μου, τα λόγια μου τόσο φτωχά, να πουν τα όσα νιώθω...τόσο μικρά να περιγράψουν την δική σου ομορφιά, την χάρη και το γέλιο...αυτά που τόσο λαχταρώ μα πάντα δεν τα παίρνω....  Συγχώρα με καρδούλα μου δεν ξέρω πια τι λέω, μα ξέρω πόσο σε ποθώ....
Πόσο θεριεύει η αγάπη μας ακόμα κι ας μην σε έχω εδώ να σε θωρώ και να σε κανακεύω....

Όλο και θεριεύει η φωτιά που καίει τα σωθικά, κι ο έρωτας που απ την ψυχή μου αναβλύζει, κι όσο μένει στα κρυφά τόσο φουντώνει και με λαμπαδιάζει...μα εγώ σε καρτερώ άγια στιγμή που θα ρθεις μες το όνειρο γλυκά να με κοιτάξεις, και με τα χείλη σου τα άλικα φιλί να με κεράσεις...

Αναπολώ εκείνες τις φορές που μύρισα το άρωμα σου και μέθυσα με του κορμιού σου τους χυμούς, και στα ουράνια πήγα...βλέπω σαν τώρα μπρος στα μάτια μου, του στήθους σου τα άνθη, νιώθω την σάρκα ροδαλή να βάφεται σε κάθε αγγιγμά μου....κι ακούω το τραγούδι σου, σαν χάνεσαι στης ηδονής τα βάθη....και ταξιδεύουμε μαζί στα κύματα της αιώνιας ευτυχίας....

Το ξέρεις πως σε αγάπησα πολύ πιο πριν ακόμα σε αντικρύσω, τότε που την φωνή σου άκουσα να λέει το ονομά σου...τότε που σου είπα σε γνωρίζω από άλλες ζωές που έζησα κοντά σου....
Ποθώντας σε σε αναζήτησα, κι όταν σε αναζήτησα σε βρήκα...μόλις σε βρήκα σε ερωτεύτηκα και σε αγάπησα όταν είδα πως υπήρχες από πάντα στην καρδιά μου...
Γεύτηκα το μέλι του κορμιού σου, και δέσμιος έμεινα στην γλύκα του φιλιού σου...
Ναι, σε αγάπησα πριν ακόμα σε αγαπήσω....κι είμαι εδώ να περιμένω την στιγμή πάλι εμείς τα δυό θα ήμαστε ένα....

Για φυλαχτό δέξου την σκέψη μου και τον παντοτινό έρωτά μου...
Πουλιά θα στείλω τα φιλιά, να ρθουν τα λόγια τούτα να σου πουν, πως δεν σε ξέχασα και καρτερώ πάντα να ρθω κοντά σου.....

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Ένα Ινδιάνικο παραμύθι για τον Άνεμο

                                Ο Άνεμος - Iνδιάνικο Παραμύθι

Πριν πάρα πολλά χρόνια, δε θυμάμαι πόσα ακριβώς, σε μια χώρα μακρινή ζούσε μια φυλή ινδιάνων. Ο ινδιάνος αρχηγός της φυλής είχε μια πανέμορφη και νέα κόρη που όλοι θαύμαζαν αλλά κανένας δεν είχε αγγίξει ακόμα.
Μια μέρα όπως καθόταν έξω από τη σκηνή του ο μεγάλος αρχηγός, τον επισκέφτηκε ο Άνεμος και του είπε: "Μεγάλε αρχηγέ, αγαπάω την κόρη σου και με αγαπά και εκείνη. Θα μου τη δώσεις να γίνει γυναίκα μου?" 
"Όχι" του απάντησε απότομα ο αρχηγός χωρίς να δεχτεί δεύτερη κουβέντα.

Την επόμενη μέρα η αγνή κοπέλα προσπάθησε να μιλήσει στον πατέρα της, "Πατέρα, αγαπάω τον Άνεμο. Θα μου επιτρέψεις να πάω μαζί του στο κατάλυμα του και να γίνω γυναίκα του?"
"Όχι", της απάντησε αυστηρά ο αρχηγός. "Δε σου το επιτρέπω. Όταν ο Άνεμος ήταν παιδί, συνήθιζε να έρχεται στο αντίσκηνο μου μέσα από μικρές χαραμάδες και έσβηνε πάντοτε τη φωτιά που προσπαθούσα με τόσο κόπο να ανάψω. Δε γνωρίζει ούτε να πολεμάει, ούτε να κυνηγάει και δε σου επιτρέπω να γίνεις γυναίκα του."

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Η Μαγδαληνή κατά το θρύλο



Απόσπασμα απ' το ομότιτλο, του Ηλία Λάγιου

… που ένα κρατεί στα μάτια της, και χίλια μύρια λήγει τα,

προβαίνει η κόρη της ντροπής με στάμνα μυροφόρο,

όσα κατέχει το κορμί δε μίλησαν τ’ ανεξήγητα,

κι ειν’ το βυζί της προσφορά, κι ειν’ η κοιλιά της δώρο. […]


Και, κρούει τη θύρα, τη θύρα του σπιτιού, τη θύρα του παραδείσου

να γένει η πόρνη, λιγερό κι απάρθενο κοράσι,

κρυφονεραϊδογέννητη, σταίνεις βωμό το χάδι σου,

κι είσαι νεράντζι, μανταρίνι, κόκκινο κεράσι.


Τον βλέπει, φύλλα τρέμουνε τα μυρισμένα χείλη της,

κι ως τη θωρεί, στα πόδια του, σαν τρομασμένο αλάφι,

κρατεί το, τάχα, μυστικό της δέησης της αμίλητης,

σα σφιχτοχέρης, που στο στρώμα κρύβει το χρυσάφι.


Κύριος πορεύεται, σιγή διδάσκει τ’ αποκάρωμα,

όπου γυμνή, ανυπόδητη, ομοιώνεται τη σάρκα.

Σπάζει στα πόδια του το βάζο, εκχέεται πλούτος τ’ άρωμα,

μα δεν ταξίδεψεν ο Αδάμ στων Μάγδαλων τη βάρκα.


Στριγγά αντιφώνησε ο Θωμάς κι έγρουξ’ ο Γιούδας γύρω της,

να πουληθεί και τα λεφτά να πάνε για τη φτώχια.

Μα, δίχτυ που κρυφάπλωσε, ειν’ το χυμένο μύρο της,

να πιάσει, κάθε αρσενικό πουλί, μέσα στα βρόχια.


Κι ο δάσκαλος δεν έσκυψε, να βυθιστεί στο ευώδισμα,

που απ’ την κοιλιάν ανάβρυσε στις απαλές λαγόνες.

Σαν τον τυφλό, στου κρυφανθού το νοτισμένο ρόδισμα,

στέρφα τα χρόνια γεύεται στους άτρεπτους αιώνες.


Μα, βγαίνει απ’ το θνητό κορμί, πέρα απ’ την άφραστη ύλη του,

καταλαλιά κι επίκληση, το σμίξιμο μαζί της.

Λυγμός του ανέραστου και πόθος άμετρος του αφίλητου,

Πούλια από φως κι Αυγερινός του αιδοίου κι Αποσπερίτης. […]”

( Ο Άνθρωπος από τη Γαλιλαία, Ηλίας Λάγιος )


Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

The Highwayman


Το "Highwayman" είναι ένα αφηγηματικό ποίημα, που γράφτηκε από τον Alfred Noyes, και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά από το περιοδικό Blackwood τον Αύγουστο του 1906. Την επόμενη χρονιά εντάχθηκε στη συλλογή Noyes, Σαράντα ναυτικά τραγούδια και άλλα ποιήματα, για να γίνει μια άμεση επιτυχία....

Το ποίημα, διαδραματίζεται στην Αγγλία του 18ου αιώνα, κι αφηγείται την ιστορία ενός ανώνυμου ληστή, ο οποίος είναι ερωτευμένος με την Bess, την κόρη ενός ιδιοκτήτη πανδοχείου. Προδομένος στις αρχές από τον Tim, έναν ιπποκόμο (σταβλίτη), αντίζηλό του για την καρδιά της όμορφης κόρης, ο ληστής μας δραπετεύει από την ενέδρα, όταν η Bess θυσιάζει τη ζωή της για να τον προειδοποιήσει. Μαθαίνοντας κατόπιν για τον θάνατό της και ο ίδιος πεθαίνει, σε μια μάταιη προσπάθεια εκδίκησης, όταν συνεπλάκη στον δημόσιο δρόμο. Στην τελική στροφή, του ποιήματος, τα φαντάσματα των εραστών θα συναντηθούν και πάλι στις νύχτες του χειμώνα.

Το ποίημα γράφτηκε την εποχή που ο 24χρονος τότε Noyes έμεινε για ένα διάστημα στην εξοχή σε μια ερημική τοποθεσία του Δυτικού Surrey γνωστή ως Bagshot Heath, όπου είχε νοικιάσει μια αγροικία...
Στην αυτοβιογραφία του ο Νoyes, θυμήθηκε: Το Bagshot Heath, εκείνες τις ημέρες ήταν ένα άγριο κομμάτι της χώρας, με όλα τα ρείκια και τα πευκοδάση. Το Highwayman το εμπνεύστηκα, μια θορυβώδη νύχτα, όταν ο ήχος του ανέμου στα πεύκα μου έδωσε την πρώτη γραμμή.... Το ποίημα ολοκληρώθηκε σε περίπου δύο ημέρες.

Αυτό το ποίημα ερμηνεύει με τον δικό της μοναδικό τρόπο κι η Loreena...
Οφείλω να ομολογήσω, πως με γοήτευσε τόσο η φωνή της, που πέραν της δισκογραφίας που παρακολουθώ, μπήκα στην διαδικασία να ερευνήσω τα άνωθεν στοιχεία του ποιήματος... Βλέπετε, εμείς οι μεσόγειοι γοητευόμαστε πάντα από ιστορίες έρωτα, και θρύλους.....
 http://youtu.be/UvKBPr71dhA

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2012

H Σονάτα του Σεληνόφωτος

(Ανοιξιάτικο βράδυ. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ' έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ' τα δύο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει εκδώσει δύο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα Μαύρα μιλάει στον Νέο):

Άφησέ με να έρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε! Είναι καλό το φεγγάρι, -δε θα φαίνεται που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησέ με να έρθω μαζί σου.

Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι, αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες, ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου λησμονημένα λόγια δε θέλω να τ ακούσω. Σώπα.

Άφησε με να έρθω μαζί σου λίγο πιο κάτου, ως την μάντρα του τουβλάδικου, ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο, τόσο αδιάφορη κι άυλη τόσο θετική σαν μεταφυσική που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κι η φθορά του.
Άφησε με να έρθω μαζί σου...

Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2011

...εντυπώματα...

...Είναι συγκλονιστικό τι εντυπώνεται στην καρδιά ενός άντρα, απ' την γυναίκα της ζωής του.
Όλα αυτά που η μια και ξεχωριστή χαράζει ανεξίτηλα στην διάνοια και την ψυχή του...

Το πρώτο που θυμάται πάντα, είναι το γέλιο της...μάλιστα, το πηγαίο και γάργαρο γέλιο της, που το ηχόχρωμά του αντηχεί σαν κελάρυσμα κρυστάλινης πηγής μέσα στο είναι του.!
Το χαμόγελο που συνοδεύεται από μια τρυφερή ματιά κι ένα χάδι. Το μοναδικό της άγγιγμα που ηλεκτρίζει το μικρό τρίχωμα του αυχένα, σε κάθε επαφή...το απαλό της άρωμα, που φυσικά αναδύεται μες τα τρίσβαθα της ψυχής. Αχ πως μοσχοβολά, βανίλια κι αρμύρα του πελάγους... μια γλύκα σαν το ζεστό ήλιο του πρωινού, μια πρόκληση, σαν το κυματάκι που σηκώνεται απ τον άνεμο, και μια νότα αισθησιασμού, απ το εκρηκτικό της ταμπεραμέντο...

Λογότυπο Αστραπής

zwani.com myspace graphic comments
Πατώντας

Εδώ

Θα λάβετε το λογότυπό μου
στο BLOG σας
Αστραπή