Σελίδες
...Σκέψεις και συναισθήματα, κέρασμα στον ταξιδιώτη...
Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2017
Ωδή στον Υπαινιγμό της Αθανασίας
Τετάρτη 8 Απριλίου 2015
Σε λαχταράω.....
Και θέλω να παίζουμε κρυφτό και να σου δίνω τα ρούχα μου
και να σου λέω πόσο μ’ αρέσουν τα παπούτσια σου
και να κάθομαι στα σκαλιά ενώ εσύ κάνεις ντουζ
και να σου τρίβω το σβέρκο
και να σου φιλάω τα πόδια και να σε κρατάω απ’ το χέρι
και να βγαίνουμε για φαγητό
και να μη με νοιάζει που τρως το δικό μου
και να σε συναντώ στου Ρούντυ και να μιλάμε για τον καιρό
και να πληκτρολογώ τα γράμματά σου
και να κουβαλάω τα πράγματά σου
και να γελάω με την παράνοιά σου
και να σου δίνω κασέτες που δεν τις ακούς
και να βλέπουμε σπουδαίες ταινίες και να βλέπουμε άθλιες ταινίες
και να γκρινιάζουμε για το ραδιόφωνο
και να σε βγάζω φωτογραφίες όταν κοιμάσαι
και να σηκώνομαι για να σου φέρνω καφέ
και να σου λέω πόσο μ’ αρέσουν τα παπούτσια σου
και να κάθομαι στα σκαλιά ενώ εσύ κάνεις ντουζ
και να σου τρίβω το σβέρκο
και να σου φιλάω τα πόδια και να σε κρατάω απ’ το χέρι
και να βγαίνουμε για φαγητό
και να μη με νοιάζει που τρως το δικό μου
και να σε συναντώ στου Ρούντυ και να μιλάμε για τον καιρό
και να πληκτρολογώ τα γράμματά σου
και να κουβαλάω τα πράγματά σου
και να γελάω με την παράνοιά σου
και να σου δίνω κασέτες που δεν τις ακούς
και να βλέπουμε σπουδαίες ταινίες και να βλέπουμε άθλιες ταινίες
και να γκρινιάζουμε για το ραδιόφωνο
και να σε βγάζω φωτογραφίες όταν κοιμάσαι
και να σηκώνομαι για να σου φέρνω καφέ
Πέμπτη 12 Ιουνίου 2014
Έμπνευση και πάθος....
Κι όταν της Άνοιξης οι μέρες ξεμακραίνουν, τις ώρες μου γιομίζει κελάηδμα πουλιών από μακριά....
Πάντα θυμάμαι την φωνή σου να μου τραγουδά κερνώντας το φιλί....
Μα σαν βραδιάσει, τα αστέρια φωτίζουνε ψηλά, κι η νύχτα βάφεται στα χρώματα του φεγγαριού...
Τότε ο πόνος μου αβάσταχτος, καθώς σεργιάνι κάνω μοναχός στου έρωτα τα πάθη....
Η καρδιά μου λαχταρά να δει το δικό της αστέρι να φωτίζει με χίλια χρώματα της μοναξιάς τα έρημα σοκάκια.... Ζει για την στιγμή, που θα προβάλει απ' την ανατολή ο πρωινός αστέρας για να φέρει το χάραμα, και να βγει ο νους, από του πόνου τα σκοτάδια....
Συ σαι τ' αστέρι μάτια μου, συ σαι κι η ηλιαχτίδα. Εσύ που μου χαρίζεις φως και λάμπεις μες στην νύχτα.... Μακρυά σου και το καταμεσημέρο πάντα μου μοιάζει νύχτα....μα όταν σμίγουμε αγκαλιά μου φαίνονται και τα μεσάνυχτα, σαν φως του ήλιου καθαρό, και λάμπει η ψυχή μου....
Κείνες του έρωτα οι στιγμές, που με χορταίνουν σαν πεινώ, την δίψα μου που σβήνουν κι η αγκαλιά σου γίνεται βάλσαμο, κι όλες οι πληγές μου κλείνουν.... Τα σπλάχνα μου χορταίνουν αγαλλίαση κι έρωτας με γεμίζει με την χαρά πως σε έχω δίπλα μου, και πάντα δικιά μου είσαι....
Μα το φιλι σου, δεν το χόρτασα όπως και το κορμί σου, καταραμένος είμαι να ζητώ σταγόνες παραπάνω, κι όταν δεν σε έχω δίπλα μου κάλιο να σβήσω παρακαλώ, να πέσω να πεθάνω....
Μα σκέφτομαι τον πόνο σου σαν μάθεις τον χαμό μου κι όλα τα κλείνω μεσα μου σε έναν βουβό καημό μου....Αγάπη μου, τα λόγια μου τόσο φτωχά, να πουν τα όσα νιώθω...τόσο μικρά να περιγράψουν την δική σου ομορφιά, την χάρη και το γέλιο...αυτά που τόσο λαχταρώ μα πάντα δεν τα παίρνω.... Συγχώρα με καρδούλα μου δεν ξέρω πια τι λέω, μα ξέρω πόσο σε ποθώ....
Πόσο θεριεύει η αγάπη μας ακόμα κι ας μην σε έχω εδώ να σε θωρώ και να σε κανακεύω....
Όλο και θεριεύει η φωτιά που καίει τα σωθικά, κι ο έρωτας που απ την ψυχή μου αναβλύζει, κι όσο μένει στα κρυφά τόσο φουντώνει και με λαμπαδιάζει...μα εγώ σε καρτερώ άγια στιγμή που θα ρθεις μες το όνειρο γλυκά να με κοιτάξεις, και με τα χείλη σου τα άλικα φιλί να με κεράσεις...
Αναπολώ εκείνες τις φορές που μύρισα το άρωμα σου και μέθυσα με του κορμιού σου τους χυμούς, και στα ουράνια πήγα...βλέπω σαν τώρα μπρος στα μάτια μου, του στήθους σου τα άνθη, νιώθω την σάρκα ροδαλή να βάφεται σε κάθε αγγιγμά μου....κι ακούω το τραγούδι σου, σαν χάνεσαι στης ηδονής τα βάθη....και ταξιδεύουμε μαζί στα κύματα της αιώνιας ευτυχίας....
Το ξέρεις πως σε αγάπησα πολύ πιο πριν ακόμα σε αντικρύσω, τότε που την φωνή σου άκουσα να λέει το ονομά σου...τότε που σου είπα σε γνωρίζω από άλλες ζωές που έζησα κοντά σου....
Ποθώντας σε σε αναζήτησα, κι όταν σε αναζήτησα σε βρήκα...μόλις σε βρήκα σε ερωτεύτηκα και σε αγάπησα όταν είδα πως υπήρχες από πάντα στην καρδιά μου...
Γεύτηκα το μέλι του κορμιού σου, και δέσμιος έμεινα στην γλύκα του φιλιού σου...
Ναι, σε αγάπησα πριν ακόμα σε αγαπήσω....κι είμαι εδώ να περιμένω την στιγμή πάλι εμείς τα δυό θα ήμαστε ένα....
Για φυλαχτό δέξου την σκέψη μου και τον παντοτινό έρωτά μου...
Πουλιά θα στείλω τα φιλιά, να ρθουν τα λόγια τούτα να σου πουν, πως δεν σε ξέχασα και καρτερώ πάντα να ρθω κοντά σου.....
Πάντα θυμάμαι την φωνή σου να μου τραγουδά κερνώντας το φιλί....
Μα σαν βραδιάσει, τα αστέρια φωτίζουνε ψηλά, κι η νύχτα βάφεται στα χρώματα του φεγγαριού...
Τότε ο πόνος μου αβάσταχτος, καθώς σεργιάνι κάνω μοναχός στου έρωτα τα πάθη....
Η καρδιά μου λαχταρά να δει το δικό της αστέρι να φωτίζει με χίλια χρώματα της μοναξιάς τα έρημα σοκάκια.... Ζει για την στιγμή, που θα προβάλει απ' την ανατολή ο πρωινός αστέρας για να φέρει το χάραμα, και να βγει ο νους, από του πόνου τα σκοτάδια....
Συ σαι τ' αστέρι μάτια μου, συ σαι κι η ηλιαχτίδα. Εσύ που μου χαρίζεις φως και λάμπεις μες στην νύχτα.... Μακρυά σου και το καταμεσημέρο πάντα μου μοιάζει νύχτα....μα όταν σμίγουμε αγκαλιά μου φαίνονται και τα μεσάνυχτα, σαν φως του ήλιου καθαρό, και λάμπει η ψυχή μου....
Κείνες του έρωτα οι στιγμές, που με χορταίνουν σαν πεινώ, την δίψα μου που σβήνουν κι η αγκαλιά σου γίνεται βάλσαμο, κι όλες οι πληγές μου κλείνουν.... Τα σπλάχνα μου χορταίνουν αγαλλίαση κι έρωτας με γεμίζει με την χαρά πως σε έχω δίπλα μου, και πάντα δικιά μου είσαι....
Μα το φιλι σου, δεν το χόρτασα όπως και το κορμί σου, καταραμένος είμαι να ζητώ σταγόνες παραπάνω, κι όταν δεν σε έχω δίπλα μου κάλιο να σβήσω παρακαλώ, να πέσω να πεθάνω....
Μα σκέφτομαι τον πόνο σου σαν μάθεις τον χαμό μου κι όλα τα κλείνω μεσα μου σε έναν βουβό καημό μου....Αγάπη μου, τα λόγια μου τόσο φτωχά, να πουν τα όσα νιώθω...τόσο μικρά να περιγράψουν την δική σου ομορφιά, την χάρη και το γέλιο...αυτά που τόσο λαχταρώ μα πάντα δεν τα παίρνω.... Συγχώρα με καρδούλα μου δεν ξέρω πια τι λέω, μα ξέρω πόσο σε ποθώ....
Πόσο θεριεύει η αγάπη μας ακόμα κι ας μην σε έχω εδώ να σε θωρώ και να σε κανακεύω....
Όλο και θεριεύει η φωτιά που καίει τα σωθικά, κι ο έρωτας που απ την ψυχή μου αναβλύζει, κι όσο μένει στα κρυφά τόσο φουντώνει και με λαμπαδιάζει...μα εγώ σε καρτερώ άγια στιγμή που θα ρθεις μες το όνειρο γλυκά να με κοιτάξεις, και με τα χείλη σου τα άλικα φιλί να με κεράσεις...
Αναπολώ εκείνες τις φορές που μύρισα το άρωμα σου και μέθυσα με του κορμιού σου τους χυμούς, και στα ουράνια πήγα...βλέπω σαν τώρα μπρος στα μάτια μου, του στήθους σου τα άνθη, νιώθω την σάρκα ροδαλή να βάφεται σε κάθε αγγιγμά μου....κι ακούω το τραγούδι σου, σαν χάνεσαι στης ηδονής τα βάθη....και ταξιδεύουμε μαζί στα κύματα της αιώνιας ευτυχίας....
Το ξέρεις πως σε αγάπησα πολύ πιο πριν ακόμα σε αντικρύσω, τότε που την φωνή σου άκουσα να λέει το ονομά σου...τότε που σου είπα σε γνωρίζω από άλλες ζωές που έζησα κοντά σου....
Ποθώντας σε σε αναζήτησα, κι όταν σε αναζήτησα σε βρήκα...μόλις σε βρήκα σε ερωτεύτηκα και σε αγάπησα όταν είδα πως υπήρχες από πάντα στην καρδιά μου...
Γεύτηκα το μέλι του κορμιού σου, και δέσμιος έμεινα στην γλύκα του φιλιού σου...
Ναι, σε αγάπησα πριν ακόμα σε αγαπήσω....κι είμαι εδώ να περιμένω την στιγμή πάλι εμείς τα δυό θα ήμαστε ένα....
Για φυλαχτό δέξου την σκέψη μου και τον παντοτινό έρωτά μου...
Πουλιά θα στείλω τα φιλιά, να ρθουν τα λόγια τούτα να σου πουν, πως δεν σε ξέχασα και καρτερώ πάντα να ρθω κοντά σου.....
Τρίτη 10 Ιουνίου 2014
Ομάρ Καγιάμ – Ρουμπαγιάτ
Για φίλους περιόριζε τον ενθουσιασμό σου
Και μην απομακρύνεσαι από τον εαυτό σου
Κι αυτόν εδώ που νόμιζες πως είναι στήριγμά σου
Μελέτα τον και πέρνα τον από το κόσκινό σου.
Αν η ψυχή σου πόθησε να πάει μακριά, να φύγει,
Παράτα όσους αγάπησες, κάθε δεσμό που πνίγει.
Μη σκέφτεσαι τα εμπόδια που βρίσκονται μπροστά σου
Σπρώχνε τα με τα πόδια σου, κι ο δρόμος σου θ' ανοίγει.
Ας, περπατούν τα μυστικά, μες στων τρελών τους τόπους.
Κι ας είναι τα μυστήρια για τους ονειροπόλους.
Ζύγισε συ τα έργα σου και πρόσεχε τους άλλους.
Και φύλαγε τους πόθους σου απ' τους λεπτούς ανθρώπους
Σαν να 'τανε φτιαγμένος για το κέφι σου, ο κόσμος ζήσε,
λες και τον χουνε ξομπλιάσει για την αφεντιά σου μόνο.
Μα μην το λησμονάς πώς δεν εισ' άλλο από μια χούφτα χιόνι
στην αμμουδιά στρωμένο μια δύο μέρες, που θα λιώσει.
Σύννεφο τις κακοκεφιάς να μην αφήνεις να σε σκιάζει
κι ας μη χαθούν οι μέρες σου σ' αναίτιας λύπης την ομίχλη.
Μην απαρνιέσαι το λιβάδι, το φιλί, το ερωτικό τραγούδι
μέχρι με τον πηλό να ζυμωθεί, μια μέρα, ο πηλός σου.
Έσφιξ' αχόρταγα τα χείλια μου ρωτώντας το ποτήρι
μη θα μπορούσα τάχα να γυρέψω τ' άγουρά μου χρόνια.
Και κείνο μουρμουρίζει σφίγγοντας τα χείλια στα δικά μου:
"Πιες άλλη μια γουλιά. Δεν έχει γυρισμό αυτός ο δρόμος".
Αυτός ο θόλος, π' όλοι ζούμε κάτωθέ του ζαλισμένοι,
είναι του Αλλάχ το μαγικό το θέατρο σκιών, ας πούμε.
Λυχνάρι του ο ήλιος και πλατύ λευκό πανί του ο κόσμος
κι αμέτρητες φιγούρες πίσω του σκοτεινές, που παραδέρνουν.
Τη μέρα την αυριανή, φωνή καμιά δε σου την τάζει.
Γι' αυτό φεγγάρι μου θνητό με την ψυχή σου γλέντα,
αδειάζοντας στη φωτοφεγγαριά.
Μπορεί ένα μεσονύχτι να ψάχνει το φεγγάρι να μας βρει
και να 'μαστε φευγάτοι.
Ομάρ Καγιάμ – Ρουμπαγιάτ
Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013
Λόγια βαθιά...
Παιδί,
το περιβόλι που θα κληρονομήσεις,
όπως το βρεις κι όπως το δεις να μη το παρατήσεις.
Σκάψε το ακόμα πιο βαθιά και φράξε το πιο στέρεα,
και πλούτησε τη χλώρη του και πλάτυνε τη γη του,
κι ακλάδευτο όπου μπλέκεται να το βεργολογήσεις,
και να του φέρνεις το νερό το αγνό της βρυσομάνας -
κι αν αγαπάς τ' ανθρώπινα κι όσα άρρωστα δεν είναι,
ρίξε αγιασμό και ξόρκισε τα ξωτικά, να φύγουν,
και τη ζωντάνια σπείρε του μ' όσα γερά,
δροσάτα.
Γίνε οργοτόμος, φυτευτής, διαφεντευτής.
το περιβόλι που θα κληρονομήσεις,
όπως το βρεις κι όπως το δεις να μη το παρατήσεις.
Σκάψε το ακόμα πιο βαθιά και φράξε το πιο στέρεα,
και πλούτησε τη χλώρη του και πλάτυνε τη γη του,
κι ακλάδευτο όπου μπλέκεται να το βεργολογήσεις,
και να του φέρνεις το νερό το αγνό της βρυσομάνας -
κι αν αγαπάς τ' ανθρώπινα κι όσα άρρωστα δεν είναι,
ρίξε αγιασμό και ξόρκισε τα ξωτικά, να φύγουν,
και τη ζωντάνια σπείρε του μ' όσα γερά,
δροσάτα.
Γίνε οργοτόμος, φυτευτής, διαφεντευτής.
Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2013
Μια εποχή στην κόλαση
ΝΥΧΤΑ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ
Μονορούφι κατέβασα το δηλητήριο.
Τρισευλογημένη, ας είναι η συμβουλή που μου δόθηκε!
Τα σωθικά μου καίγονται. Του φαρμακιού η δύναμη τα μέλη μου πώς στρίβει, ακρωτηριάζομαι, ισοπεδώνομαι. Πεθαίνω της δίψας, πνίγομαι, δε μπορώ να φωνάξω. Τούτο μοιάζει με κόλαση, με αιώνιο βασανιστήριο! Δείτε τις φλόγες πως θεριεύουν!
Όπως μου πρέπει καίγομαι. Εμπρός, Διάβολε!
Αμυδρά μετανοημένος στράφηκα στο καλό και στην ευτυχία, λύτρωση. Πώς να περιγράψω το όραμά μου, πυκνός της κόλασης ο αέρας, δε χωράει ύμνους! Υπήρχαν μυριάδες χαριτωμένων πλασμάτων, ένα αβρό κονσέρτο ιερής μουσικής, η δύναμη και η ειρήνη, οι ευγενείς φιλοδοξίες, και δεν ξέρω τι ακόμα.
Ευγενείς φιλοδοξίες!
Αλλά είμαι ακόμα ζωντανός! εάν υποθέσουμε, ότι η κατάρα είναι αιώνια! Βέβαια εάν κάποιος θέλει ν’ ακρωτηριαστεί, δεν είναι καταδικασμένος; Με φαντάζομαι στην Κόλαση, επομένως είμαι. Τούτο είναι κατήχηση εν δράση. Είμαι δέσμιος του βαπτίσματός μου. Γονείς μου, καταστρέψατε τη ζωή μου, όπως τη δική σας. Αθώο μου αγόρι! Η κόλαση, δεν μπορεί να εναντιωθεί στους παγανιστές, κι είμαστε ακόμα ζωντανοί! Αργότερα, οι απολαύσεις της καταδίκης θα γίνουν βαθύτερες. Ένα έγκλημα, γρήγορο, θα μου επέτρεπε την ανυπαρξία, σύμφωνα με το γράμμα του νόμου των ανθρώπων.
Αμυδρά μετανοημένος στράφηκα στο καλό και στην ευτυχία, λύτρωση. Πώς να περιγράψω το όραμά μου, πυκνός της κόλασης ο αέρας, δε χωράει ύμνους! Υπήρχαν μυριάδες χαριτωμένων πλασμάτων, ένα αβρό κονσέρτο ιερής μουσικής, η δύναμη και η ειρήνη, οι ευγενείς φιλοδοξίες, και δεν ξέρω τι ακόμα.
Ευγενείς φιλοδοξίες!
Αλλά είμαι ακόμα ζωντανός! εάν υποθέσουμε, ότι η κατάρα είναι αιώνια! Βέβαια εάν κάποιος θέλει ν’ ακρωτηριαστεί, δεν είναι καταδικασμένος; Με φαντάζομαι στην Κόλαση, επομένως είμαι. Τούτο είναι κατήχηση εν δράση. Είμαι δέσμιος του βαπτίσματός μου. Γονείς μου, καταστρέψατε τη ζωή μου, όπως τη δική σας. Αθώο μου αγόρι! Η κόλαση, δεν μπορεί να εναντιωθεί στους παγανιστές, κι είμαστε ακόμα ζωντανοί! Αργότερα, οι απολαύσεις της καταδίκης θα γίνουν βαθύτερες. Ένα έγκλημα, γρήγορο, θα μου επέτρεπε την ανυπαρξία, σύμφωνα με το γράμμα του νόμου των ανθρώπων.
Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013
Θαλασσοκρατορίες
Θάλασσα
Θάλασσα πάρε μου τούτες τις νύχτες
και σκέπασέ τες με τα κύματά σου,
τώρα έχουν πάψει πια οι ωροδείκτες
σ’ άκουσε ο χρόνος μου που του 'πες «στάσου!».
Θάλασσα την αυγή που αλλάζεις χρώμα
και στον ορίζοντα γλυκά ροδίζεις
γίνεσαι της ψυχής γαλήνιο στρώμα
κι «έλα στα σπλάχνα μου» μου ψιθυρίζεις.
Θάλασσα μ’ έλουσες νερό και αρμύρα
όταν βαπτίσθηκα μες στον αφρό σου
κι έγινες μέσα μου άγρια πλημμύρα
μάνα αέναης, αρχαίας δρόσου.
Θάλασσα ο νους μου στην καρδιά μου ράβει
τα γαλανά σου αλλόκοτα κεντίδια
και γω τον πόθο μου κάνω καράβι
στην αγκαλιά σου να γευτώ ταξίδια
Φωτιά στον πάγο - Κώστας Σφενδουράκης
Θάλασσα πάρε μου τούτες τις νύχτες
και σκέπασέ τες με τα κύματά σου,
τώρα έχουν πάψει πια οι ωροδείκτες
σ’ άκουσε ο χρόνος μου που του 'πες «στάσου!».
Θάλασσα την αυγή που αλλάζεις χρώμα
και στον ορίζοντα γλυκά ροδίζεις
γίνεσαι της ψυχής γαλήνιο στρώμα
κι «έλα στα σπλάχνα μου» μου ψιθυρίζεις.
Θάλασσα μ’ έλουσες νερό και αρμύρα
όταν βαπτίσθηκα μες στον αφρό σου
κι έγινες μέσα μου άγρια πλημμύρα
μάνα αέναης, αρχαίας δρόσου.
Θάλασσα ο νους μου στην καρδιά μου ράβει
τα γαλανά σου αλλόκοτα κεντίδια
και γω τον πόθο μου κάνω καράβι
στην αγκαλιά σου να γευτώ ταξίδια
Φωτιά στον πάγο - Κώστας Σφενδουράκης
Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013
Η Μαγδαληνή κατά το θρύλο
Απόσπασμα απ' το ομότιτλο, του Ηλία Λάγιου
… που ένα κρατεί στα μάτια της, και χίλια μύρια λήγει τα,
προβαίνει η κόρη της ντροπής με στάμνα μυροφόρο,
όσα κατέχει το κορμί δε μίλησαν τ’ ανεξήγητα,
κι ειν’ το βυζί της προσφορά, κι ειν’ η κοιλιά της δώρο. […]
Και, κρούει τη θύρα, τη θύρα του σπιτιού, τη θύρα του παραδείσου
να γένει η πόρνη, λιγερό κι απάρθενο κοράσι,
κρυφονεραϊδογέννητη, σταίνεις βωμό το χάδι σου,
κι είσαι νεράντζι, μανταρίνι, κόκκινο κεράσι.
Τον βλέπει, φύλλα τρέμουνε τα μυρισμένα χείλη της,
κι ως τη θωρεί, στα πόδια του, σαν τρομασμένο αλάφι,
κρατεί το, τάχα, μυστικό της δέησης της αμίλητης,
σα σφιχτοχέρης, που στο στρώμα κρύβει το χρυσάφι.
Κύριος πορεύεται, σιγή διδάσκει τ’ αποκάρωμα,
όπου γυμνή, ανυπόδητη, ομοιώνεται τη σάρκα.
Σπάζει στα πόδια του το βάζο, εκχέεται πλούτος τ’ άρωμα,
μα δεν ταξίδεψεν ο Αδάμ στων Μάγδαλων τη βάρκα.
Στριγγά αντιφώνησε ο Θωμάς κι έγρουξ’ ο Γιούδας γύρω της,
να πουληθεί και τα λεφτά να πάνε για τη φτώχια.
Μα, δίχτυ που κρυφάπλωσε, ειν’ το χυμένο μύρο της,
να πιάσει, κάθε αρσενικό πουλί, μέσα στα βρόχια.
Κι ο δάσκαλος δεν έσκυψε, να βυθιστεί στο ευώδισμα,
που απ’ την κοιλιάν ανάβρυσε στις απαλές λαγόνες.
Σαν τον τυφλό, στου κρυφανθού το νοτισμένο ρόδισμα,
στέρφα τα χρόνια γεύεται στους άτρεπτους αιώνες.
Μα, βγαίνει απ’ το θνητό κορμί, πέρα απ’ την άφραστη ύλη του,
καταλαλιά κι επίκληση, το σμίξιμο μαζί της.
Λυγμός του ανέραστου και πόθος άμετρος του αφίλητου,
Πούλια από φως κι Αυγερινός του αιδοίου κι Αποσπερίτης. […]”
( Ο Άνθρωπος από τη Γαλιλαία, Ηλίας Λάγιος )
κι ως τη θωρεί, στα πόδια του, σαν τρομασμένο αλάφι,
κρατεί το, τάχα, μυστικό της δέησης της αμίλητης,
σα σφιχτοχέρης, που στο στρώμα κρύβει το χρυσάφι.
Κύριος πορεύεται, σιγή διδάσκει τ’ αποκάρωμα,
όπου γυμνή, ανυπόδητη, ομοιώνεται τη σάρκα.
Σπάζει στα πόδια του το βάζο, εκχέεται πλούτος τ’ άρωμα,
μα δεν ταξίδεψεν ο Αδάμ στων Μάγδαλων τη βάρκα.
Στριγγά αντιφώνησε ο Θωμάς κι έγρουξ’ ο Γιούδας γύρω της,
να πουληθεί και τα λεφτά να πάνε για τη φτώχια.
Μα, δίχτυ που κρυφάπλωσε, ειν’ το χυμένο μύρο της,
να πιάσει, κάθε αρσενικό πουλί, μέσα στα βρόχια.
Κι ο δάσκαλος δεν έσκυψε, να βυθιστεί στο ευώδισμα,
που απ’ την κοιλιάν ανάβρυσε στις απαλές λαγόνες.
Σαν τον τυφλό, στου κρυφανθού το νοτισμένο ρόδισμα,
στέρφα τα χρόνια γεύεται στους άτρεπτους αιώνες.
Μα, βγαίνει απ’ το θνητό κορμί, πέρα απ’ την άφραστη ύλη του,
καταλαλιά κι επίκληση, το σμίξιμο μαζί της.
Λυγμός του ανέραστου και πόθος άμετρος του αφίλητου,
Πούλια από φως κι Αυγερινός του αιδοίου κι Αποσπερίτης. […]”
( Ο Άνθρωπος από τη Γαλιλαία, Ηλίας Λάγιος )
Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013
The Highwayman
Το "Highwayman" είναι ένα αφηγηματικό ποίημα, που γράφτηκε από τον Alfred Noyes, και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά από το περιοδικό Blackwood τον Αύγουστο του 1906. Την επόμενη χρονιά εντάχθηκε στη συλλογή Noyes, Σαράντα ναυτικά τραγούδια και άλλα ποιήματα, για να γίνει μια άμεση επιτυχία....
Το ποίημα, διαδραματίζεται στην Αγγλία του 18ου αιώνα, κι αφηγείται την ιστορία ενός ανώνυμου ληστή, ο οποίος είναι ερωτευμένος με την Bess, την κόρη ενός ιδιοκτήτη πανδοχείου. Προδομένος στις αρχές από τον Tim, έναν ιπποκόμο (σταβλίτη), αντίζηλό του για την καρδιά της όμορφης κόρης, ο ληστής μας δραπετεύει από την ενέδρα, όταν η Bess θυσιάζει τη ζωή της για να τον προειδοποιήσει. Μαθαίνοντας κατόπιν για τον θάνατό της και ο ίδιος πεθαίνει, σε μια μάταιη προσπάθεια εκδίκησης, όταν συνεπλάκη στον δημόσιο δρόμο. Στην τελική στροφή, του ποιήματος, τα φαντάσματα των εραστών θα συναντηθούν και πάλι στις νύχτες του χειμώνα.
Το ποίημα γράφτηκε την εποχή που ο 24χρονος τότε Noyes έμεινε για ένα διάστημα στην εξοχή σε μια ερημική τοποθεσία του Δυτικού Surrey γνωστή ως Bagshot Heath, όπου είχε νοικιάσει μια αγροικία...
Στην αυτοβιογραφία του ο Νoyes, θυμήθηκε: Το Bagshot Heath, εκείνες τις ημέρες ήταν ένα άγριο κομμάτι της χώρας, με όλα τα ρείκια και τα πευκοδάση. Το Highwayman το εμπνεύστηκα, μια θορυβώδη νύχτα, όταν ο ήχος του ανέμου στα πεύκα μου έδωσε την πρώτη γραμμή.... Το ποίημα ολοκληρώθηκε σε περίπου δύο ημέρες.
Αυτό το ποίημα ερμηνεύει με τον δικό της μοναδικό τρόπο κι η Loreena...
Οφείλω να ομολογήσω, πως με γοήτευσε τόσο η φωνή της, που πέραν της δισκογραφίας που παρακολουθώ, μπήκα στην διαδικασία να ερευνήσω τα άνωθεν στοιχεία του ποιήματος... Βλέπετε, εμείς οι μεσόγειοι γοητευόμαστε πάντα από ιστορίες έρωτα, και θρύλους.....
http://youtu.be/UvKBPr71dhA
Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012
Τα πάθη της βροχής
Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών
άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα
μ’ αυτόν τον πάντα νικημένο ήχο
σι, σι, σι.
Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,
ήχος κανονικός, κανονικής βροχής.
Όμως ο παραλογισμός
άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση
μού’ μαθε για τους ήχους.
Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ.
Και κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,
όλη τη νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος,
αξημέρωτη ανάγκη εσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί
και λέει μόνο εσύ, εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονολεκτική,
το ένα εσύ σαν μνήμη,
το άλλο σαν μομφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,
πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή
μ’ αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τ’ άλλα νά’ ναι αμελητέα
και μόνο εσύ, εσύ, εσύ.
άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα
μ’ αυτόν τον πάντα νικημένο ήχο
σι, σι, σι.
Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,
ήχος κανονικός, κανονικής βροχής.
Όμως ο παραλογισμός
άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση
μού’ μαθε για τους ήχους.
Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ.
Και κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,
όλη τη νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος,
αξημέρωτη ανάγκη εσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί
και λέει μόνο εσύ, εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονολεκτική,
το ένα εσύ σαν μνήμη,
το άλλο σαν μομφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,
πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή
μ’ αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τ’ άλλα νά’ ναι αμελητέα
και μόνο εσύ, εσύ, εσύ.
(Κική Δημουλά)
Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2012
Τα Άνθη του Κακού
Les fleurs du mal
Η ηλιθιότητα, το λάθος, το αμάρτημα, η τσιγκουνιά,Απασχολούν το πνεύμα μας και βασανίζουν τα σώματά μας,
Και τροφοδοτούμε τις αγαπημένες μας τύψεις,
Όπως οι ζητιάνοι τρέφουν τα παράσιτα τους.Τα αμαρτήματά μας είναι πεισματάρικα, οι μεταμέλειες μας χαλαρές,
Τα πληρώνουμε βαριά με τις εξομολογήσεις μας,
Και επιστρέφουμε χαρούμενοι πίσω στο βουρκώδη δρόμο,
Πιστεύοντας ότι τα ευτελή δάκρυα ξεπλένουν όλους τους λεκέδες μας.
Πάνω στο μαξιλάρι του κακού είναι ο Τρισμέγιστος Σατανάς
Που νανουρίζει μακρόσυρτα το μαγεμένο πνεύμα μας,
Και το σκληρό μέταλλο της θέλησής μας
Εξατμίζεται ολόκληρο από αυτόν τον λόγιο χημικό.
Είναι ο Διάβολος που βαστά τα σκοινιά τα οποία μας κινούν!
Για απεχθή αντικείμενα βρίσκουμε τα θέλγητρα.
Κάθε μέρα κατεβαίνουμε προς την Κόλαση μ’ένα βηματισμό,
Χωρίς τρόμο, διασχίζοντας το σκότος με την βρώμικη οσμή.
Όπως μια φτωχή ακολασία που φιλά και τρώει
Το βασανισμένο στήθος μιας αρχαίας πόρνης,
Ξεκλέβουμε προχωρώντας μια παράνομη ευχαρίστηση
Η οποία μας πιέζει πολύ δυνατά όπως ένα ώριμο πορτοκάλι.
Σφίγγοντας, μυρμηγιάζοντας, σαν ένα εκατομμύριο ελμίνθες,
Μέσα στο ξεφάντωμα του μυαλού μας ένα πλήθος από Δαίμονες,
Και, όταν αναπνέουμε, ο Θάνατος μέσα στα πνευμόνια μας
Κατέρχεται, αόρατο ποτάμι, με υπόκωφους στεναγμούς.
Αν ο βιασμός, το δηλητήριο, το στιλέτο, η φωτιά,
Δεν έχουν ακόμα υφανθεί από τα ευχάριστα σχέδια τους
Ο κοινότυπος καμβάς της ελεεινής μοίρας μας,
Είναι γιατί η ψυχή μας, δυστυχώς! δεν είναι ακόμα αρκετά τολμηρή.
Αλλά ανάμεσα στα τσακάλια, τους πάνθηρες, τις σκύλες,
Τους πιθήκους, τους σκορπιούς, τα όρνεα, τα ερπετά,
Στα θηρία που σκούζουνε, ουρλιάζουν, κράζουν, σέρνονται,
Μέσα στο ελεεινό θηριοτροφείο των παθών μας,
Εκεί βρίσκεται ένα πιο άσχημο, πιο μοχθηρό, πιο βρώμικο!
Αν και δεν σπρώχνει ούτε σε μεγάλες χειρονομίες, ούτε σε μεγάλες κραυγές,
Ευχαρίστως θα έκανε τη γη θρύψαλα
Και μέσα σ’ένα χασμουρητό θα κατάπινε τον κόσμο.
Είναι η πλήξη/ανία! – το μάτι φορτωμένο από ένα αθέλητο δάκρυ,
Ονειρεύεται το ικρίωμα καπνίζοντας τον αργιλέ του.
Το ξέρεις, αναγνώστη, το ντελικάτο τέρας,
- Υποκριτή αναγνώστη, – όμοιε μου, – αδελφέ μου!
C. Baudelaire - Les Fleurs du Mal
Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2012
H Σονάτα του Σεληνόφωτος
(Ανοιξιάτικο βράδυ. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ' έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ' τα δύο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει εκδώσει δύο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα Μαύρα μιλάει στον Νέο):
Άφησέ με να έρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε! Είναι καλό το φεγγάρι, -δε θα φαίνεται που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησέ με να έρθω μαζί σου.
Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι, αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες, ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου λησμονημένα λόγια δε θέλω να τ ακούσω. Σώπα.
Άφησε με να έρθω μαζί σου λίγο πιο κάτου, ως την μάντρα του τουβλάδικου, ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο, τόσο αδιάφορη κι άυλη τόσο θετική σαν μεταφυσική που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κι η φθορά του.
Άφησε με να έρθω μαζί σου...
Άφησέ με να έρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε! Είναι καλό το φεγγάρι, -δε θα φαίνεται που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησέ με να έρθω μαζί σου.
Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι, αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες, ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου λησμονημένα λόγια δε θέλω να τ ακούσω. Σώπα.
Άφησε με να έρθω μαζί σου λίγο πιο κάτου, ως την μάντρα του τουβλάδικου, ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο, τόσο αδιάφορη κι άυλη τόσο θετική σαν μεταφυσική που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κι η φθορά του.
Άφησε με να έρθω μαζί σου...
Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2011
11/11/90...21 χρόνια δίχως τον Ρίτσο ανάμεσά μας...
Ὁ Γιάννης Ρίτσος πέθανε στὶς 11 Νοεμβρίου 1990, ἀφήνοντας 50 ἀνέκδοτες συλλογὲς ποιημάτων. Μὲ τὸ ἔργο του εἰσῆλθε σ᾿ ὅλα τὰ ὁρατὰ καὶ ἀόρατα, ἄντλησε ἀπὸ τὸ βάθος τοῦ χρόνου καὶ τὸ πλάτος τοῦ κοινωνικοῦ χώρου. Ἐκμεταλλεύθηκε δυναμικὰ τὸν ἀστείρευτο πλοῦτο τῆς νεοελληνικῆς γλώσσας. Συμφιλίωσε τοὺς ἀγῶνες γιὰ τὰ καίρια προβλήματα τῆς ἐποχῆς μας μὲ τὴν ἐσωτερικὴ βίωση τῶν πραγμάτων καὶ τὴν ἀναζήτηση τοῦ νοήματος τῆς ὕπαρξης. Στὶς μείζονες συνθέσεις καὶ στὰ μικρὰ ποιήματα, ὅπως καὶ στὰ δοκίμιά του, ἀνέδειξε μία σύγχρονη εὐαισθησία, προσαρμόζοντας τὴ φωνή του στοὺς χαμηλοὺς τόνους τῆς βαθιᾶς ἐπικοινωνίας καὶ τῆς ἐξομολογητικότητας.
Οἱ συλλογὲς ποὺ ἐκδόθηκαν ἀμέσως μετὰ τὸ θάνατό του μὲ τὸν τίτλο Ἀργά, πολὺ ἀργὰ μέσα στὴ νύχτα εἶναι ἡ ὕστατη χειρονομία του. Προδομένος ἀπὸ τὸ ὅραμά του, κοιτάζει κατάματα τὸ θάνατο μεταγγίζοντας καὶ τὶς τελευταῖες στιγμές του στὸ λόγο. «Γεύση βαθιὰ τοῦ τέλους προηγεῖται τοῦ ποιήματος...
Οἱ συλλογὲς ποὺ ἐκδόθηκαν ἀμέσως μετὰ τὸ θάνατό του μὲ τὸν τίτλο Ἀργά, πολὺ ἀργὰ μέσα στὴ νύχτα εἶναι ἡ ὕστατη χειρονομία του. Προδομένος ἀπὸ τὸ ὅραμά του, κοιτάζει κατάματα τὸ θάνατο μεταγγίζοντας καὶ τὶς τελευταῖες στιγμές του στὸ λόγο. «Γεύση βαθιὰ τοῦ τέλους προηγεῖται τοῦ ποιήματος...
Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2011
Ποθώ το στόμα σου....Νερούντα
Ποθώ το στόμα σου , τη φωνή , τα μαλλιά σου,
Σιωπηλός πεινασμένος ενεδρεύω στους δρόμους ,
Το ψωμί δεν με τρέφει , η αυγή με ταράζει,
Αναζητώ τον υγρό ήχο των βημάτων σου όλη μέρα.
Ορέγομαι το λαμπερό σου χαμόγελο,
Τα χέρια σου, το χρώμα του άγριου σιταριού,
Ορέγομαι τα χλωμά πετράδια των νυχιών σου,
θέλω να καταφάω το δέρμα σου σαν ολόκληρο αμύγδαλο.
Σιωπηλός πεινασμένος ενεδρεύω στους δρόμους ,
Το ψωμί δεν με τρέφει , η αυγή με ταράζει,
Αναζητώ τον υγρό ήχο των βημάτων σου όλη μέρα.
Ορέγομαι το λαμπερό σου χαμόγελο,
Τα χέρια σου, το χρώμα του άγριου σιταριού,
Ορέγομαι τα χλωμά πετράδια των νυχιών σου,
θέλω να καταφάω το δέρμα σου σαν ολόκληρο αμύγδαλο.
Κυριακή 17 Ιουλίου 2011
ΠΕΝΘΙΜΑ ΦΕΓΓΑΡΙΑ
Χαράματα με πιάσανε τα κλάματα
σαν ήρθες ξανά στην θύμησή μου.
Τα δάκρυά μου ποτάμι
που κυλά στης ψυχής μου
τα πένθιμα φεγγάρια.
Πάγωσαν τα χείλη μου
εδώ τελειώνει η ζωή μου.
Ήσουν η πνοή μου
τώρα πια η ανάμνησή μου.
Ήσουν το φως της ψυχής μου
σαν γλυκά μου μιλούσες.
Έδιωχνες τα σκοτάδια
της ανούσιας ζωής μου.
σαν ήρθες ξανά στην θύμησή μου.
Τα δάκρυά μου ποτάμι
που κυλά στης ψυχής μου
τα πένθιμα φεγγάρια.
Πάγωσαν τα χείλη μου
εδώ τελειώνει η ζωή μου.
Ήσουν η πνοή μου
τώρα πια η ανάμνησή μου.
Ήσουν το φως της ψυχής μου
σαν γλυκά μου μιλούσες.
Έδιωχνες τα σκοτάδια
της ανούσιας ζωής μου.
Τετάρτη 4 Μαΐου 2011
Κρύφτηκε το όνειρο
Κρύφτηκε το όνειρο στην άκρη
χάθηκε μια δυνατή αγάπη.
Ξεμάκρυνε σε τόπους μισερούς.
Του έρωτα τα λόγια σιώπησαν
οι δείκτες του ρολογιού
πάγωσαν στο τελευταίο αντίο.
Τα λόγια της αγάπης σου
σαν θησαυρό κρυμμένα
θα τα φυλάξω μέσα στην καρδιά.
Όλα τα σ' αγαπώ σου θα τα τυλίξω
σε μια κλωστούλα κόκκινη.
Θα αφήσω να κυλίσει μέσα
στου ονείρου την σιωπή.
θα κλείσω τα μάτια να ονειρευτώ
δυο πουλιά ταξιδεμένα
στου ουρανού τα χρώματα
να πετούν αγαπημένα.
Να σκορπίζουν έρωτα
πετώντας στο απέραντο
γαλάζιο του ουρανού.
Την μυρωδιά σου θα κρατήσω
στης ανάμνησης τα μέρη.
Θα ποτίσω ένα δάκρυ
θα ξεριζώσω ένα χάδι.
Σαν προβάλει ο ήλιος
κλωστούλα κόκκινη
θα ξετυλίξω
για να αναταμώσουμε ξανά.
(δημοσιευση soula)
χάθηκε μια δυνατή αγάπη.
Ξεμάκρυνε σε τόπους μισερούς.
Του έρωτα τα λόγια σιώπησαν
οι δείκτες του ρολογιού
πάγωσαν στο τελευταίο αντίο.
Τα λόγια της αγάπης σου
σαν θησαυρό κρυμμένα
θα τα φυλάξω μέσα στην καρδιά.
Όλα τα σ' αγαπώ σου θα τα τυλίξω
σε μια κλωστούλα κόκκινη.
Θα αφήσω να κυλίσει μέσα
στου ονείρου την σιωπή.
θα κλείσω τα μάτια να ονειρευτώ
δυο πουλιά ταξιδεμένα
στου ουρανού τα χρώματα
να πετούν αγαπημένα.
Να σκορπίζουν έρωτα
πετώντας στο απέραντο
γαλάζιο του ουρανού.
Την μυρωδιά σου θα κρατήσω
στης ανάμνησης τα μέρη.
Θα ποτίσω ένα δάκρυ
θα ξεριζώσω ένα χάδι.
Σαν προβάλει ο ήλιος
κλωστούλα κόκκινη
θα ξετυλίξω
για να αναταμώσουμε ξανά.
(δημοσιευση soula)
Σάββατο 30 Απριλίου 2011
Κλείνω τα μάτια
Κλείνω τα μάτια
μια νοσταλγία γλυκιά
ξάφνου μπροστά μου
γλυκά εσύ
με το χαμόγελό σου
την μοναξιά μου αγγίζεις.
Έρχεσαι το δάκρυ μου
και παίρνεις
Ανθίζεις της ψυχής μου
τον κήπο.
Κι ύστερα αστεριών βροχή
σιγοτραγουδά γλυκά
τον ύμνο σου.
Μην με ξυπνήσεις
εαυτέ μου
άσε με να ονειρεύομαι
μια χωρίς όρια αγάπη.
Μα εσυ το στέρησες
το έχασες σε μια τόσο
δα στιγμούλα.
μια νοσταλγία γλυκιά
ξάφνου μπροστά μου
γλυκά εσύ
με το χαμόγελό σου
την μοναξιά μου αγγίζεις.
Έρχεσαι το δάκρυ μου
και παίρνεις
Ανθίζεις της ψυχής μου
τον κήπο.
Κι ύστερα αστεριών βροχή
σιγοτραγουδά γλυκά
τον ύμνο σου.
Μην με ξυπνήσεις
εαυτέ μου
άσε με να ονειρεύομαι
μια χωρίς όρια αγάπη.
Μα εσυ το στέρησες
το έχασες σε μια τόσο
δα στιγμούλα.
Πέμπτη 28 Απριλίου 2011
"Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ..."
"Εσύ...που κυνηγάς τα άρρωστα άλογα, που πας;
Εσύ...που ακουμπάς στη μοίρα των κενών ανθρώπων, που πας;
Εσύ...που βλέπεις καθαρά και ακολουθείς την κατάμαυρη μαγεία τους, που πας;
Εσύ...που κυλάς στη ψεύτικη αλήθεια τους, που πας;
Εσύ...που αγαπάς σαν ανυπεράσπιστο ον ότι σε σκοτώνει κατάματα, που πας;
Εσύ...που συγχωρείς ότι σε πατάει με δύναμη, που πας;
Εσύ...που ταξιδεύεις με προορισμό τις χαμένες πολιτείες της ψυχής σου, που πας;
Εσύ...που περιμένεις να σωθείς από τον βούρκο της απληστίας,
της ψευτιάς και της υποκρισίας, που πας;
Εσύ...που φοβάσαι να νικήσεις τη ζωή και τρέχεις στα χαλάσματα να βρεις τη πικραμένη ψυχή σου, που πας;
Εσύ...που αγνοείς τις αξίες που σου κλέψαν χρόνια τώρα και υπερασπίζεις την ανηθικότητα,
που πας;
Εσύ...που αναζητάς να βρεις την αγνή ψυχή σου σε νεκρές ψυχές άλλων, που πας;
Εσύ... ... ... ο ΠΟΛΥΤΙΜΟΣ ΛΙΘΟΣ επιστρέφεις να πάρεις πίσω ότι σου κλέψανε...
(Δημιουργός Kallia)
Κυριακή 24 Απριλίου 2011
Στο νησι
Ολονυχτίς κοιμήθηκα κοντά σου
δίπλα στη θάλασσα, στο νησί.
Ήσουν ατίθαση και τρυφερή ανάμεσα στη χαρά και στο όνειρο,
ανάμεσα στο νερό και στη φωτιά.
Μπορεί αργότερα να ‘σμίξαν τα όνειρά μας
στα ύψη ή στα βάθη,
πάνω σαν κλωνιά που σάλευαν στον ίδιον άνεμο,
κάτω σαν κοκκινόριζες που αγγίζονταν.
Σάββατο 2 Απριλίου 2011
έρωτας ζωής
Έδωσες νερό του έρωτα
να ξεδιψάσω.
Κι εγώ το ήπια μονορούφι.
Ξαπόστασα στην αγκαλιά σου
σαν μωρό που αποκοιμιέται
στης μάνας του το στήθος.
Ήπια γλυκό φιλί
σαν κόκκινο κρασί.
Μέθυσα απ' του έρωτα
τα όμορφα τερτίπια.
Έδωσες ελπίδα στην ψυχή
φύσημα αέρα στο κορμί.
Με μέθυσες με τ' έρωτα
τα όμορφα παιχνίδια.
Το γέλιο σου ανέμισμα
στης πλώρης το πανί.
Τα μάτια σου αθάνατη πηγή
τα χείλη σου έρωτας ζωής.
να ξεδιψάσω.
Κι εγώ το ήπια μονορούφι.
Ξαπόστασα στην αγκαλιά σου
σαν μωρό που αποκοιμιέται
στης μάνας του το στήθος.
Ήπια γλυκό φιλί
σαν κόκκινο κρασί.
Μέθυσα απ' του έρωτα
τα όμορφα τερτίπια.
Έδωσες ελπίδα στην ψυχή
φύσημα αέρα στο κορμί.
Με μέθυσες με τ' έρωτα
τα όμορφα παιχνίδια.
Το γέλιο σου ανέμισμα
στης πλώρης το πανί.
Τα μάτια σου αθάνατη πηγή
τα χείλη σου έρωτας ζωής.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
