...Σκέψεις και συναισθήματα, κέρασμα στον ταξιδιώτη...

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2012

Captain Alexander πειρατικές ιστορίες

...Μια ψύχρα είχε απλωθεί πάνω στην ακτή, κι η παγωμένη της αγκάλη τρυπούσε τα κόκαλα σαν χιλιάδες μικρές βελόνες, κάνοντας κάθε κίνηση αδύνατη κι ανυπόφορη.
Η αυγή αργούσε ακόμη να φανεί κάνοντας την νυχτιά ατέλειωτη. Όλοι λαχταρούσαν τις φωτεινές ακτίνες του ήλιου, και το γλυκό τους χάδι να ζεστάνει την καρδιά και το κορμί. Για την ώρα είχαν λουφάξει, ο ένας πλάι στον άλλον προσπαθώντας να κλέψουν την θέρμη απ την ανάσα του διπλανού τους. Τούτες τις στιγμές αισθάνονταν όλοι τυχεροί που δεν ήσαν μόνοι και κάθε διαφωνία κι αντιπάθεια είχε ξεχαστεί. Τουναντίον, ο καθείς ήθελε να αγκαλιάσει τον δίπλα του, αφού  ένιωθε ευλογημένος που χε την ευκαιρία, να κουλουριαστεί σιμά στον σύντροφό του και να προφυλαχτεί απ το κρύο ξεροβόρι.

Ο πλοίαρχος, για άλλη μια φορά έμενε ξύπνιος, ατενίζοντας την στεριά και προσμένοντας τους ναύτες που χε στείλει από χτες να βρουν τροφή. Ήταν επικίνδυνο να μένουν εκτεθειμένοι σε τούτα τα νερά, μα δεν είχε κι άλλη επιλογή, τα τρόφιμα που χαν πάρει εξ αρχής σωθήκαν, κι όσα απέμειναν είχαν σαπίσει. Τα βαρέλια είχαν μουχλιάσει στον πάτο, και το νερό ήταν γιομάτο κοψαντερίθρες. Θέριζε η δυσεντερία το ήδη ταλαιπωρημένο πλήρωμα, κι η ανάγκη για λεμόνια και πορτοκάλια ήταν επιτακτική, και φυσικά ήθελαν οπωσδήποτε φρέσκο πόσιμο νερό, για την ώρα, έπιναν. όσο πιο πολύ ρούμι μπορούσαν, μαζί με το νερό τους. Μα ξεδιψάει κανείς με το πιοτί;

Τούτα συλλογιζόταν ο καπετάνιος, σαν ένιωσε...παρά είδε...την σκιά του ύπαρχου, που σέρνονταν διπλωμένος σαν παλιόγρια, προς την κουπαστή για να βγάλει από μέσα του το δηλητήριο που καιγε τα σωθικά του. Τον άκουσε καθώς ξερνοβολούσε την αρρώστια που τρωγε τα έντερά του κι ένιωσε να ταράσονται τα σπλάχνα του απ την λύπη για τούτο το θεριό που πολέμησε μαζί του σε τόσες μάχες και βγήκε αλώβητος. Μα να, που τώρα ο πιστός του σύντροφος, σερνόταν, μην μπορώντας να πάρει τα ποδάρια του, εξαιτίας  τούτου τον εχθρού, που τον έτρωγε από μέσα. Δυο μερόνυχτα ψηνόταν στον πυρετό και ξερνοβολούσε σαν τον γάτο. Η ανάσα του βρώμαγε σαν ψόφιο σκουμπρί, και τα γαλανά του μάτια έμοιαζαν σαν ξεθωριασμένα πανιά, ξερά απ τον ήλιο και την αρμύρα. Τον αγαπούσε σαν αδερφό κι έτσι ήταν, καθώς μια νυχτιά, πάνω σε ένα σκαρί Σπανιόλικο που τα πιναν, ένωσαν τα αίματά τους κι έγιναν αδερφοποιτοί, στην ζωή και στον θάνατο.

Ήταν την εποχή, που νεαροί κι οι δυο, κάτω απ τις διαταγές του καπετάν Γιοβάννι του Ιταλιάνου, έδιναν τις πρώτες μάχες, και βαφτίζονταν πειρατές.
Την θυμόταν κείνη την νυχτιά, καθώς έμελλε να αλλάξει για πάντα την ζωή του. Μόλις είχαν κουρσέψει την γαλέρα του Δον Αλφόνσο, μέλλοντα κυβερνήτη του Πουέρτο Ρίκο...μα που να το ξέραν όταν κάναν το ρεσάλτο, πως θα συναντούσαν αυτοπροσώπως τον παραλίγο κυβερνήτη με την κόρη του και τις ανεψιές του. Τους συνάντησαν μετά την μάχη, όταν ο Δον Αλφόνσο εμφανίστηκε ντυμένος με την επίσημη στολή και τα σειρήτια δίπλα στα χρυσά παράσημά του, απαιτώντας να εγκαταλείψει το ξυπόλητο σκυλολόι την γαλέρα του, όπως χαρακτηριστικά τους είχε πεί. Θράσσος που το χαν αυτοί οι Σπανιόλοι αριστοκράτες, θεωρούσαν ολάκερο τον κόσμο υποτελείς τους. Βέβαια στιγμές αργότερα, ικέτευε για την ζωή του, την ώρα που ο καπετάν Γιοβάννις του ΄κοβε τα αυτιά και την μύτη.

Ήταν παράξενος ο καπετάν Γιοβάννις, πονετικός με το καράβι του σαν νάτανε μια όμορφη κοπέλα κι ανεκτικός με το πλήρωμα, λες κι ήταν όλοι τους παιδιά του. Μια λύσσα τον άρπαζε όμως, σαν είχε αντίκρυ του Σπανιόλο. Έφταιγε, που του χαν σφάξει οι άτιμοι όλη του την οικογένεια, κρατώντας τον δεμένο για να βλέπει. Δεν μίλαγε ποτέ γιαυτό, μα όλοι ξέραν την βαρβαρότητα που χαν δείξει στο σπιτικό του. Δεν σεβάστηκαν μήτε την γριά του μάνα, καθώς της κόψανε τα στήθια, όπως και κάθε γυναίκας του σπιτικού, για να φτιάξουνε καπνοσακούλες. Κι όλα αυτά μπρος στα μάτια του. Αυτόν τον έδεσαν στην ρόδα του νερόμυλου και τον άφησαν να πνίγεται, μα με κάποιο θαυμαστό τρόπο έζησε. Κανείς δεν ξέρει πως, μα οι περισσότεροι λεν πως έκανε συμφωνία με τον Άρχοντα του Σκότους, πουλώντας την ψυχή του. Από τότε γίνηκε πειρατής, κι είχε βαλθεί να εξολοθρέψει κάθε Σπανιόλικο ρουθούνι κόβοντάς το.
Τι περίεργα που τα θυμήθηκε όλα κείνα τούτη την νυχτιά ο Πλοίαρχος, μα πως να τα ξεχάσει, καθώς όλα αυτά, τον κάναν καπετάνιο της "Αστραπής".
Πως να ξεχάσει κείνα τα πράσινα μάτια που το κοιτάξαν με το καθάριο μα παραπονεμένο βλέμμα. Πως να λησμονήσει το πρώτο σκίρτημα του Έρωτα, για την ανηψιά του Δον Αλφόνσο. Πως να σβήσει αυτό, που έκαψε την καρδιά του με την ματιά της κάνοντάς τον να στραφεί ενάντια στον καπετάνιο και προστάτη του, όταν πέταξε τις τρεις κοπέλες βορά στις ορέξεις του πληρώματος, ζητώντας μετά να τις πνίξουν στο βαρέλι. 'Οχι δεν ξεχνιούνται αυτά, μήτε κι ότι έχασε την Ρόζα, λίγες μέρες μετά, με άτιμο τρόπο, απ το μαχαίρι του πρώην καπετάνιου του. Μα κέρδισε ένα καράβι κι έναν Αδερφό.!
Αυτόν που τώρα υποφέρει και ξερνοβολά, φτύνοντας το πράσινο φαρμάκι απ το στομάχι του.

"Είσαι καλά αδερφέ"; του πε σιγανά ζυγώνοντας σιμά του.
"Πως νιώθεις, καίγεσαι πάλι"; Και πριν προλάβει να πάρει απάντηση, έβγαλε ένα μικρό ροζιασμένο λεμόνι απ τον κόρφο του. "Να, πάρε, θα σου κάνει καλό, το φύλαγα για ώρα ανάγκης, και τούτη ήρθε" του πε, βάζοντας τον καρπό στα τρεμάμενα χέρια του Φίλου του. Κείνος κάτι προσπάθησε να ψελλίσει, μα τα χείλη του μονάχα ανοιγόκλεισαν, δίχως κανέναν ήχο. Ο λαιμός του είχε φράξει απ αδυναμία, και την συγκίνηση που νιωθε για τον Φίλο του και καπετάνιο, που βαζε τούτονα για άλλην μια φορά πιο πάνω απ τον εαυτό του. Έτσι ήταν ο Πλοίαρχος, πάντα σκεφτόταν τους δικούς του πρώτα και μετά το συμφέρον του. Πως λοιπόν να μην τον αγαπάει και να τον τιμάει σαν αδερφό, κι ακόμη παραπάνω; Την ζωή του άφηνε, τώρα και πάντα στα χέρια του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Λογότυπο Αστραπής

zwani.com myspace graphic comments
Πατώντας

Εδώ

Θα λάβετε το λογότυπό μου
στο BLOG σας
Αστραπή